Ιστορικό αλλαγών
Ό,τι νέο προστέθηκε ή άλλαξε στο Gyronomics, από το λανσάρισμα μέχρι σήμερα. Μόνο αλλαγές που αφορούν τους επισκέπτες.
Κάθε εγγραφή περιγράφει την κατάσταση όπως ήταν τη μέρα της. Νούμερα και ισχυρισμοί παλιότερων εγγραφών μπορεί να έχουν διορθωθεί από νεότερες - για την τρέχουσα εικόνα δες τη σελίδα εκδόσεων δεδομένων. Εκδόσεις δεδομένων
- Δεδομέναv2026.09.25-september-collection
Η πρώτη κανονική μηνιαία μέτρηση: τιμές πιτόγυρου ανά πόλη, Σεπτέμβριος 2026
- 1.654 καταστήματα σε 78 πόλεις, από τις τρεις πλατφόρμες, στις 25 Σεπτεμβρίου.
- Διάμεσος ανά πόλη με τους παρονομαστές της, κάλυψη κάθε πλατφόρμας και τα μη αναγνωσμένα με όνομα, στη σελίδα Τιμές.
- Η μέτρηση δεν αλλάζει τον Δείκτη· ο πρώτος μηνιαίος ρυθμός βγαίνει τον Οκτώβριο.
Διάβασε όλη την εγγραφή
Διαβάσαμε τις τρεις πλατφόρμες στις 25 Σεπτεμβρίου, μέσα στο παράθυρο 25-28 που ορίζει το πρωτόκολλο. Μένουν 1.654 καταστήματα με πιτόγυρο σε 78 πόλεις, και για κάθε πόλη δημοσιεύεται η διάμεσος, πόσα καταστήματα τη στηρίζουν και από ποια πλατφόρμα. Οκτώ καταστήματα μιας πλατφόρμας δεν διαβάστηκαν: τα επτά έχουν κλείσει σε αυτήν, ένα αρνείται τον κατάλογό του. Φαίνονται ονομαστικά και δεν μετρούν ως καταστήματα χωρίς πιτόγυρο. Οι κανόνες γράφτηκαν την προηγούμενη μέρα, πριν από τα δεδομένα: αυτόν τον μήνα δημοσιεύεται μόνο επίπεδο, και η μέτρηση δεν αλλάζει τον Δείκτη ή την τιμή του 2026. Ο πρώτος μηνιαίος ρυθμός βγαίνει τον Οκτώβριο, με κάθε κατάστημα απέναντι στον εαυτό του. Απέναντι στην πιλοτική της 8ης Σεπτεμβρίου, στις 14 πόλεις με τουλάχιστον 20 καταστήματα και στις δύο, η διάμεσος κινήθηκε πάνω από 0,05 € σε δύο: Ηράκλειο από 4,95 σε 5,30 € και Ρόδος από 4,40 σε 4,50 €. Είναι εύρημα, όχι ρυθμός, γιατί η πιλοτική δεν κράτησε τα στοιχεία που επιτρέπουν να συγκριθεί το ίδιο προϊόν. Όλα τα καταστήματα και ο πίνακας κατεβαίνουν ως αρχεία.
- Δεδομέναv2026.09.14-historical-press
Πρωτότυπες τιμές και διατιμήσεις από Ηράκλειο και Μεσσηνία
- Διόρθωση τιμών 1979–1982 από τέσσερις νέες πρωτότυπες σελίδες.
- Χωριστό ημερολόγιο Μεσσηνίας 1980 και επανέλεγχος της υπάρχουσας πηγής.
- Στο repo διατηρούνται μόνο οι χρήσιμες σελίδες PDF, με αντιστοίχιση σελίδων και χωριστά αποτυπώματα. Τα πλήρη πρωτότυπα διατηρούνται τοπικά εκτός Git.
- Νέα τεκμήρια για τα πρώτα χρόνια της σειράς, με διάκριση πίτας, ψωμιού και καλαμακιού.
- Υπό όρους ετήσια ανασύνθεση της διατίμησης Μεσσηνίας στη σελίδα του 1979.
- Χωριστά ημερομηνίες πράξης, δημοσίευσης και ισχύος. Ο εθνικός Δείκτης διατηρείται.
Διάβασε όλη την εγγραφή
Οκτώ πρωτότυπα φύλλα Πατρίδος, Σημαίας και Θάρρους προσθέτουν τοπικές τιμές και διατιμήσεις της περιόδου 1976–1980. Μία αναφορά καταστήματος δεν προσδιορίζει μορφή ψωμιού και διατηρεί αυτόν τον περιορισμό. Οι διατάξεις ξεχωρίζουν γύρο σε πίτα από γύρο με ψωμί, ψημένο γύρο από ωμό χοιρινό καλαμακιού και βάρος πίτας από ολόκληρο το τυλιχτό. Οι κανόνες δεν παρουσιάζονται ως πραγματικές ζυγίσεις. Η ακολουθία διατάξεων Μεσσηνίας επιτρέπει ημερολογιακή ανασύνθεση του 1979, υπό τη ρητή παραδοχή απουσίας άλλων τροποποιήσεων. Η σελίδα του έτους εμφανίζει ποσά, ημέρες, υπολογισμό και πρωτότυπες πηγές, με τα ίδια στοιχεία στο JSON. Δεν πρόκειται για νέα εθνική τιμή ή αυτόματη αλλαγή του Δείκτη. Οι χρήσιμες σελίδες PDF φυλάσσονται ιδιωτικά σε νέο φάκελο, με χωριστά αποτυπώματα πηγής και εξαγόμενου αρχείου, ενώ οι δημόσιες παραπομπές ανοίγουν τα αρχεία των βιβλιοθηκών. Καταγράφεται συγκεκριμένος επόμενος έλεγχος της ταυτότητας πίτας/ψωμιού στην παλιά πηγή Νοεμβρίου 1980. Η νέα διάταξη Δεκεμβρίου και η ανακτημένη σάρωση Νοεμβρίου προσθέτουν ακριβή τεκμηρίωση για το 1980. Η ανασύνθεση διατίμησης Μεσσηνίας επεκτείνεται σε ολόκληρο το δίσεκτο έτος, με χωριστή ημερομηνία ισχύος και τιμή πίτας. Η υπάρχουσα πηγή του Δείκτη εμφανίζεται με τον πραγματικό ρόλο της και μη επιβεβαιωμένη μορφή σερβιρίσματος. Νέος φάκελος κρατά ακριβή πρωτότυπα και αποτυπώματα. Δεν αλλάζουν οι αριθμητικές τιμές της σειράς. Στη συνέχεια της έρευνας βρέθηκαν δύο αριθμητικά σφάλματα. Το φύλλο Ριζοσπάστη της 29.11.1980 διαχωρίζει τα ποσά ψωμιού από την πίτα, ενώ της 8.2.1980 ορίζει ρητά γύρο με πίτα και καρυκεύματα. Η παλιά άγκυρα ψωμιού αντικαθίσταται από ανακατασκευή διατίμησης Μεσσηνίας με τρεις περιόδους και όλες τις ημέρες του δίσεκτου έτους. Δηλώνεται μοντελοποιημένη περιφερειακή προσέγγιση, με ρητή παραδοχή συνέχειας και την υπάρχουσα προσαύξηση διατίμησης. Το φύλλο της 26.6.1979 τεκμηριώνει μεταγενέστερη ανατίμηση και καταργεί την εσφαλμένη εξαγωγή ετήσιου παγώματος από μια διάταξη του Μαΐου. Επανυπολογίζονται τα έτη 1979–1982· μισθοί, σύνθεση και λοιπά έτη διατηρούνται. Η πρόβλεψη της 7.2.1980 καταγράφεται αλλά δεν χρησιμοποιείται ως πραγματοποιημένη τιμή. Οι σελίδες των επηρεαζόμενων ετών και το API παρέχουν πίνακα πριν/μετά, ημερολόγιο και πρωτότυπες παραπομπές. Νέες χρονολογημένες αναφορές ευαισθησίας και νέο αμετάβλητο αρχείο κρατούν διαθέσιμα τα προηγούμενα αποτελέσματα. Η αυτόνομη αναπαραγωγή ελέγχει πλέον και το ημερολόγιο πηγών της άγκυρας. Στο repo προστέθηκαν μόνο οι τέσσερις σχετικές αρχικές εικόνες σελίδων, με ημερομηνία, τυπωμένη αρίθμηση και SHA-256.
- Δεδομέναv2026.09-pita-i-santouits
Δεδομένα της ημέρας
- Πίτα ή σάντουιτς, το πρωτόκολλο που δεν τηρούσαμε, και τρία λάθη στο whitepaper
- Τέταρτος μάρτυρας εκτός πλατφορμών: φθηνότερος κατά 5%, και όμως συμφωνεί
- Πίτα ή ψωμί: το «σάντουιτς» έμοιαζε με σφάλμα και ήταν η Θεσσαλονίκη
- Τρίτη πλατφόρμα, 1.288 καταστήματα, και η συμφωνία κράτησε
- Από τον Σεπτέμβριο η τιμή μετριέται κάθε μήνα, και ο χάρτης περιοχών είχε αφήσει 92 μετρήσεις εκτός
- Το 2026 πάει από 3 καταστήματα σε 816, και η τιμή του δεν κουνήθηκε
- Δεύτερη πλατφόρμα, 755 μαγαζιά, και οι δύο μετρήσεις βγήκαν ίδιες
- Το 2026 κρεμόταν από μία πηγή, και τα υπόλοιπα δημοσιεύματα ήταν το ίδιο δημοσίευμα
Διάβασε όλη την εγγραφή
Πίτα ή σάντουιτς, το πρωτόκολλο που δεν τηρούσαμε, και τρία λάθη στο whitepaper Τρία πράγματα σε αυτή την ενημέρωση, και τα τρία ξεκίνησαν από το ίδιο σημείο: να κοιτάξω αν αυτά που λέω τα κάνω κιόλας. Πρώτο, τα ονόματα των ειδών. Ο συλλέκτης κρατούσε την τιμή αλλά όχι το όνομα του είδους που την έδωσε, και αυτό είχε ήδη κοστίσει: για να βρεθεί ότι μια τιμή οκτώ ενενήντα ήταν στην πραγματικότητα «φωλιά σπιτάκι» και όχι πιτόγυρο, χρειάστηκε να ξαναδιαβαστούν τετρακόσιοι έξι κατάλογοι. Ξαναδιάβασα λοιπόν και τα χίλια διακόσια ογδόντα εφτά καταστήματα, και στα τρία κανάλια. Χίλια εκατόν δεκατρία έχουν πλέον όνομα. Και μόλις μπήκαν τα ονόματα, φάνηκε κάτι που δεν το έψαχνα. Σε δώδεκα πόλεις το τυλιχτό δεν το λένε «πίτα», το λένε «σάντουιτς». Σέρρες και Γιαννιτσά εκατό τοις εκατό, Θεσσαλονίκη ενενήντα τρία, Βέροια ενενήντα ένα, Κατερίνη ογδόντα τρία, και παρακάτω Χαλκιδική, Καστοριά, Λάρισα, Φλώρινα, Αλεξανδρούπολη, Καβάλα, Ξάνθη. Στην άλλη άκρη, σε τριάντα πόλεις με δείγμα τεσσάρων μαγαζιών και πάνω δεν τη λέει κανένα κατάστημα, ούτε μία φορά. Η Αθήνα είναι στο ένα τοις εκατό, τρία μαγαζιά στα τετρακόσια σαράντα πέντε. Δεν χρειάζεται χάρτης για να δεις τι κοινό έχουν οι δώδεκα: είναι όλες στον βορρά. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι η λέξη αλλά το προϊόν, και το απαντάει η τιμή. Όπου η λέξη κυριαρχεί και υπάρχουν και οι δύο ονομασίες, η διάμεσος του λόγου τους είναι πρακτικά μονάδα. Στην Κατερίνη τέσσερα ευρώ και οι δύο, ακριβώς. Στον νότο συμβαίνει το ανάποδο: εκεί που η λέξη είναι σπάνια, τα ελάχιστα σάντουιτς είναι όντως άλλο και ακριβότερο προϊόν. Αθήνα έξι ογδόντα έναντι τέσσερα είκοσι, Λευκάδα εφτά ευρώ έναντι τέσσερα ογδόντα. Έγραψα και άρθρο γι' αυτό. Διόρθωσα ταυτόχρονα ένα δικό μου νούμερο: είχα γράψει ότι χωρίς τη λέξη η Θεσσαλονίκη πήγαινε από ένα κόμμα δεκαεννιά σε δύο κόμμα δώδεκα. Είχε βγει από μία μόνο πλατφόρμα. Με ολόκληρο το δείγμα ο συντελεστής πάει στο ένα κόμμα εικοσιτέσσερα, αλλά η πόλη μένει με εφτά μαγαζιά από τα ενενήντα οκτώ και πανελλαδικά εξαφανίζεται το δεκαεννιά τοις εκατό του δείγματος. Δεύτερο, η μηνιαία μέτρηση. Στις είκοσι πέντε με είκοσι οκτώ Σεπτεμβρίου πέφτει η πρώτη κανονική, οπότε ετοίμασα ό,τι θα χρειαστεί. Και το πρώτο που βρήκα ήταν δική μας ασυνέπεια. Το πρωτόκολλο λέει παράθυρο είκοσι πέντε με είκοσι οκτώ. Το στιγμιότυπο του Σεπτεμβρίου διαβάστηκε στις εφτά, γιατί το παράθυρο ορίστηκε αργότερα. Και επειδή το όνομα του αρχείου λέει μόνο τον μήνα και όχι τη μέρα, η ασυνέπεια ήταν εντελώς αόρατη. Η μέτρηση της έβδομης μένει και δηλώνεται πιλοτική, η πρώτη κανονική γίνεται στο παράθυρο. Μπήκε μητρώο μετρήσεων με την ημερομηνία της καθεμιάς, και ο έλεγχος δεν εμπιστεύεται τη δήλωση: υπολογίζει μόνος του από την ημερομηνία και χτυπάει αν κάποιος γράψει «εντός» για μέτρηση της έβδομης. Έγραψα και τη μηχανή που υπολογίζει τον μηνιαίο ρυθμό, τώρα, πριν υπάρξει δεύτερος μήνας. Εργαλείο που το γράφεις την ώρα που το χρειάζεσαι δεν έχει δοκιμαστεί ποτέ. Τη δοκίμασα με φτιαχτό Οκτώβριο πάνω σε πραγματικά δεδομένα, όπου εκατόν σαράντα τρία μαγαζιά ανεβάζουν είκοσι λεπτά και ταυτόχρονα αλλάζει η σύνθεση. Το επίπεδο κινήθηκε δύο κόμμα τριάντα οκτώ τοις εκατό ενώ η πραγματική αύξηση ήταν μισή μονάδα, και το εργαλείο έβγαλε προειδοποίηση. Η δοκιμή έδειξε όμως και κάτι που δεν είχα σκεφτεί: η διάμεσος των λόγων έδειξε μηδέν, ενώ εκατόν σαράντα τρία μαγαζιά είχαν όντως ανεβάσει. Όσο λιγότερα από τα μισά κινούνται, η διάμεσος μένει καρφωμένη στο μηδέν, και αυτή ακριβώς είναι η κανονική κατάσταση για το πιτόγυρο. Θα δημοσίευα μηδενικές μεταβολές επί μήνες. Οπότε δημοσιεύονται δύο ρυθμοί: η διάμεσος, ανθεκτική στα ακραία, και ο γεωμετρικός μέσος, που πιάνει τις διάχυτες μικρές κινήσεις. Τρίτο, διάβασα τα κεφάλαια εννιά ως δεκατέσσερα του whitepaper με τον κώδικα ανοιχτό δίπλα, και βρήκα τρεις ισχυρισμούς που δεν στέκονται. Το κεφάλαιο των αναφορών χρηστών έγραφε ότι συλλαμβάνονται γεωγραφικά premium, με παράδειγμα τα νησιά, και premium delivery. Ούτε το ένα ούτε το άλλο: η φόρμα δεν έχει καν πεδίο για το αν η τιμή είναι από τον πάγκο ή από διανομή, και οι περιοχές είναι τρεις, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, υπόλοιπη Ελλάδα. Τα νησιά πέφτουν στην τρίτη. Το κεφάλαιο των περιορισμών έλεγε ότι πέντε μονάδες στο μερίδιο κόστους κρέατος κουνούν τον δείκτη του εβδομήντα έξι κατά περίπου εφτά τοις εκατό, ενώ το κεφάλαιο της ευαισθησίας, τρεις οθόνες παραπάνω, έλεγε κάτω από τρία. Το σωστό είναι δύο κόμμα δύο. Τώρα και τα δύο διαβάζουν το ίδιο υπολογισμένο μέγεθος. Και το κεφάλαιο της αναπαραγωγιμότητας υπόσχεται ότι ο δείκτης βγαίνει από το δημόσιο data.json με τρία μεγέθη, αλλά έλεγε σκέτο «καθαρό μηνιαίο μισθό» ενώ το dataset έχει δύο μισθούς. Με το ένα ο δείκτης βγαίνει σε πενήντα ένα στα πενήντα ένα έτη, με το άλλο αποτυγχάνει σε σαράντα έξι. Δηλαδή όποιος καθόταν να ελέγξει τη δουλειά μας είχε μισές πιθανότητες να βγάλει ότι τα νούμερα δεν βγαίνουν. Το κεφάλαιο ονομάζει πλέον τα πεδία, και μπήκε έλεγχος που παίρνει το δημόσιο dataset και ξαναβγάζει τον δείκτη κάθε χρονιάς, όπως θα έκανε ξένος. Επαλήθευσα και όσα στέκουν, που ήταν τα περισσότερα: και τα πέντε δημόσια endpoints απαντούν, η άδεια συμφωνεί με αυτήν που δηλώνει το dataset, και οι αναφορές επισκεπτών όντως δεν επηρεάζουν τον υπολογισμό. Τελευταίο, κοίταξα και τη σελίδα των σεναρίων, και βρήκα μια παγίδα που την είχα φτιάξει μόνος μου. Οι δύο εξαγγελίες τελειώνουν σε διαφορετική χρονιά, η μία στο δύο χιλιάδες είκοσι οκτώ και η άλλη στο είκοσι εφτά, και η σελίδα το εξηγούσε σωστά αυτό. Μόνο που όποιος πατούσε τα δύο κουμπιά διαδοχικά έβλεπε διακόσια δύο και διακόσια εννιά, και έβγαζε ότι η δεύτερη εξαγγελία δίνει εφτά πιτόγυρα παραπάνω. Δεν δίνει. Στην ίδια χρονιά η διαφορά είναι τρία πιτόγυρα· τα υπόλοιπα τέσσερα είναι απλώς ο ένας χρόνος ανατίμησης που χωρίζει τους δύο ορίζοντες. Μπήκε λοιπόν η σύγκριση στην τελευταία χρονιά που μιλούν και οι δύο, με έλεγχο που απαιτεί η αφελής σύγκριση να είναι όντως μεγαλύτερη: αν κάποια στιγμή πάψει να είναι, η προειδοποίηση περισσεύει και πρέπει να φύγει. Συνέχισα και στη σελίδα των περιορισμών, που είναι η σελίδα όπου ένας ανακριβής ισχυρισμός κοστίζει περισσότερο, γιατί εκεί υποτίθεται ότι λέμε τι ΔΕΝ ξέρουμε. Δύο από τους δέκα περιορισμούς έλεγαν λιγότερα από όσα ξέρουμε. Ο πρώτος έγραφε ότι τεκμηριωμένες τιμές υπάρχουν σε «λίγα» έτη, και αμέσως μετά τα απαριθμούσε: είναι είκοσι δύο από τα πενήντα ένα. Δηλαδή υποτιμούσαμε τη δική μας τεκμηρίωση, που είναι το αντίθετο σφάλμα από το συνηθισμένο αλλά εξίσου ανακριβές. Ο ίδιος περιορισμός έλεγε ακόμη ότι τα ενδιάμεσα έτη βγαίνουν με τον επίσημο πληθωρισμό. Βγαίνουν με τον δείκτη της εστίασης, που είναι άλλος δείκτης, και οι ίδιες μας οι σελίδες εξηγούν αλλού γιατί η διάκριση έχει σημασία. Και αγνοούσε ότι η δεκαετία της κρίσης δεν βγαίνει με παρεμβολή καθόλου, αλλά με κανόνα ασύμμετρης μετακύλισης. Ο δεύτερος έλεγε ότι με μερίδιο κρέατος εξήντα ή ογδόντα τοις εκατό οι παλιοί δείκτες μετακινούνται «αισθητά», ενώ το νούμερο είναι γνωστό: ο δείκτης του εβδομήντα έξι πάει από διακόσια εβδομήντα τέσσερα σε διακόσια ογδόντα έξι ή σε διακόσια πενήντα εννιά, περίπου πέντε τοις εκατό. Σε σελίδα περιορισμών, επίθετο εκεί που υπάρχει μέτρηση είναι πισωγύρισμα. Στη διόρθωση χτύπησε ένας δικός μας έλεγχος, και είχε δίκιο να χτυπήσει: διάβαζε κάθε τετραψήφιο της παραγράφου και απαιτούσε να είναι τεκμηριωμένο έτος, οπότε η νέα και σωστή αναφορά στη δεκαετία της κρίσης τον έριξε. Δεν τον χαλάρωσα. Σαρώνει πλέον μόνο τον κατάλογο μέσα στην παρένθεση, και η υπόλοιπη παράγραφος είναι ελεύθερη να μιλήσει για χρονιές χωρίς να θεωρείται ότι τις διεκδικεί. Κοίταξα και τη σελίδα με τα κενά, και άντεξε: κάθε έτος της παράγεται από τους βαθμούς εμπιστοσύνης, τα εύρη σχηματίζονται μόνα τους, και μια φαινομενική ασυμφωνία στο φορολογικό κενό λύνεται σωστά, αφού ο νόμος του 1989 ισχύει αναδρομικά από την πρώτη Ιανουαρίου του 1988. Τέλος, μπήκε ο χάρτης που έλειπε από το άρθρο για το σύνορο της ονομασίας. Πενήντα μία πόλεις στη θέση τους, μέγεθος κατά το δείγμα, γέμισμα κατά το πόσο συχνά το τυλιχτό λέγεται «σάντουιτς». Ο ισχυρισμός ήταν γεωγραφικός, οπότε έπρεπε να ελεγχθεί γεωγραφικά, και αυτό ακριβώς έκανε ο χάρτης: διόρθωσε το ίδιο μου το κείμενο. Είχα γράψει ότι οι δώδεκα πόλεις είναι όλες στον βορρά. Ισχύει. Το αντίστροφο όμως δεν ισχύει, και ο χάρτης το δείχνει αμέσως: τα Ιωάννινα, η Ηγουμενίτσα, η Άρτα και η Κέρκυρα είναι εξίσου βόρειες και βρίσκονται στο μηδέν. Το σύνορο δεν είναι «βορράς», είναι Μακεδονία, Θράκη και Θεσσαλία. Σταματάει στην Πίνδο αντί να κατεβαίνει από τα σύνορα, και το κείμενο το λέει πλέον έτσι. Τις συντεταγμένες δεν τις έγραψα από μνήμη, και καλά έκανα. Τις τράβηξα από το Wikidata και πέντε ήταν λάθος. Το ταίριασμα με το αγγλικό όνομα έβαλε τη Βέροια στην Πελοπόννησο και την Ξάνθη στο Αιγαίο, επειδή υπάρχουν ομώνυμα χωριά με είκοσι έξι και τριάντα κατοίκους, ενώ τα Χανιά, η Σπάρτη και το Άργος βρέθηκαν εντελώς αλλού. Αν δεν τις είχα ελέγξει μία προς μία, ο χάρτης θα έβαζε δύο από τις δώδεκα βόρειες πόλεις στον νότο και θα κατέστρεφε ακριβώς το εύρημα που υποτίθεται ότι δείχνει. Ξαναβγήκαν με ελληνικό όνομα και κριτήριο πληθυσμού, και μπήκε έλεγχος που απαιτεί κάθε πόλη όπου κυριαρχεί η λέξη να είναι πάνω από τις τριάντα εννιά μοίρες. Τον δάγκωσα με το πραγματικό λάθος και χτύπησε. Τελευταία η σελίδα των τιμών, όπου βρήκα μια αντίφαση της σελίδας με τον εαυτό της. Ο πίνακας των αναφορών λέει ρητά στη λεζάντα του ότι «οι τιμές είναι διάμεσοι, όχι μέσοι όροι». Η πρώτη όμως πρόταση που διαβάζει ο επισκέπτης έλεγε «δες μέσους όρους ανά πόλη και χρονιά», και το ίδιο έλεγαν η αρχική σελίδα και η περιγραφή που βγαίνει στην αναζήτηση. Έξι σημεία συνολικά, στις δύο γλώσσες. Δεν είναι θέμα ύφους. Διάμεσος και μέσος όρος είναι διαφορετικά μεγέθη, και σε δείγμα με ακραίες τιμές διαφέρουν αισθητά. Το δείγμα των επισκεπτών είναι ακριβώς τέτοιο, με αναφορές που πάνε από ενάμισι ευρώ ως έξι και ογδόντα για την ίδια χρονιά. Η σελίδα υποσχόταν το ένα και έδειχνε το άλλο. Μπήκε έλεγχος που σαρώνει και τις τέσσερις επιφάνειες, και που γράφει τη διαφορά των δύο μεγεθών ως αριθμό αντί για επιχείρημα. Τα υπόλοιπα της σελίδας άντεξαν, και μάλιστα καλά: το κατώφλι των τριών αναφορών είναι το ίδιο σε πίνακα και χάρτη πόλεων, κάτω από αυτό δημοσιεύεται μόνο το πλήθος και όχι τιμή, και ο προσομοιωτής ανάμειξης λέει με κεφαλαία ότι είναι προσομοίωση και ότι στην πράξη οι αναφορές δεν μπαίνουν ποτέ στη δημοσιευμένη σειρά. Και μετά ρώτησα τα δεδομένα κάτι που δεν τους είχαμε ρωτήσει, με αποτέλεσμα καλύτερο απ' ό,τι περίμενα. Το κομψότερο επιχείρημα αυτού του project είναι ότι η Θεσσαλονίκη δεν είναι ακριβή, απλώς το τυλιχτό της είναι μεγαλύτερο. Το δείχνει ο λόγος τυλιχτό προς μερίδα μέσα στον ίδιο κατάλογο, που αφαιρεί ενοίκια, μισθούς και επίπεδο τιμών της πόλης. Ήταν όμως και το πιο αδύναμα τεκμηριωμένο: δεκαοκτώ ζευγάρια, μαζεμένα ένα ένα από φωτογραφημένους καταλόγους δύο δεκαετιών. Η μία από τις τρεις πλατφόρμες δίνει και τιμή μερίδας, στο ίδιο μαγαζί την ίδια μέρα. Δηλαδή το τεστ υπήρχε ήδη μέσα στα δικά μας δεδομένα, τετρακόσιες εβδομήντα δύο φορές, και δεν το είχε ρωτήσει κανείς. Το αποτέλεσμα επιβεβαιώνει και μεγαλώνει το χάσμα: Αθήνα μηδέν κόμμα τριακόσια ογδόντα ένα σε εκατόν τριάντα εφτά μαγαζιά, Θεσσαλονίκη μηδέν κόμμα πεντακόσια είκοσι εφτά σε πενήντα. Λόγος ένα κόμμα τριάντα οκτώ, ενώ οι κατάλογοι έδιναν ένα κόμμα εικοσιτέσσερα. Και το πιο ωραίο: το τεστ του δύο χιλιάδες δεκατέσσερα αναπαράγεται. Η σελίδα παρέθετε ως καθαρότερο παράδειγμα δύο καταλόγους εκείνης της χρονιάς, Θεσσαλονίκη έναντι Ιωαννίνων, με τη μερίδα σχεδόν ίδια και το τυλιχτό είκοσι εννιά τοις εκατό ακριβότερο. Στα εξήντα πέντε μαγαζιά των ίδιων δύο πόλεων σήμερα: μερίδα ένα κόμμα δύο εκατοστά διαφορά, τυλιχτό δεκαεννιά τοις εκατό ακριβότερο. Δώδεκα χρόνια μετά, με εντελώς άλλη μέθοδο, το ίδιο σχήμα. Αν διαιρέσεις τα δύο, ο συντελεστής γυρίζει ανάποδα. Το τυλιχτό της Θεσσαλονίκης κοστίζει δεκαεννιά τοις εκατό παραπάνω και κρατάει τριάντα οκτώ τοις εκατό μεγαλύτερο κομμάτι μερίδας. Ανά μονάδα περιεχομένου βγαίνει δεκατέσσερα τοις εκατό φθηνότερη. Αυτό προϋποθέτει ότι η μερίδα είναι συγκρίσιμο προϊόν στις δύο πόλεις, και το γράφω δίπλα: ο λόγος μέσα στο μαγαζί δεν το χρειάζεται, η σύγκριση ανάμεσα σε πόλεις το χρειάζεται. Δεν μπαίνει σε καμία παρατήρηση. Και βγήκε και κάτι που δεν έψαχνα. Σε δεκαεφτά πόλεις, η συσχέτιση ανάμεσα στην τιμή της μερίδας και στο πόσο κομμάτι της κρατάει το τυλιχτό είναι μείον μηδέν κόμμα ογδόντα ένα. Τα νησιά έχουν μερίδα δώδεκα δέκα και λόγο μηδέν κόμμα τριακόσια ογδόντα τέσσερα· η βόρεια ηπειρωτική Ελλάδα μερίδα οκτώ εξήντα οκτώ και λόγο μηδέν κόμμα τετρακόσια εξήντα εννιά. Η ανάγνωση είναι ότι η τιμή του τυλιχτού είναι αγκυρωμένη κοντά σε εθνικό κανόνα, ενώ η μερίδα ακολουθεί το τοπικό κόστος. Όπου ανεβαίνει το κόστος, δεν ακριβαίνει το τυλιχτό: μικραίνει. Ταιριάζει και με κάτι άλλο που είδα στα ίδια δεδομένα: μέσα στην Αθήνα, η διασπορά της τιμής του τυλιχτού ανάμεσα στο εικοστό πέμπτο και στο εβδομηκοστό πέμπτο εκατοστημόριο είναι μόλις εφτά τοις εκατό. Και το έγραψα άρθρο, γιατί το εύρημα αξίζει κοινό έξω από όσους διαβάζουν δείκτες: «Η Θεσσαλονίκη δεν είναι ακριβή, είναι γενναιόδωρη». Έχει και διάγραμμα διασποράς των δεκαεπτά πόλεων, με την τιμή της μερίδας οριζόντια και το κλάσμα που κρατάει το τυλιχτό κάθετα. Το σύννεφο κατεβαίνει από αριστερά προς τα δεξιά, οπότε δεν χρειάζεται να πιστέψει κανείς τη συσχέτιση: τη βλέπει. Δεν έβαλα γραμμή τάσης, επίτηδες. Με δεκαεπτά σημεία θα έδινε στο μάτι μια ακρίβεια που το δείγμα δεν έχει, και ο σκέτος αριθμός από κάτω είναι πιο τίμιος. Στο γράψιμο χτύπησαν τρεις δικοί μας έλεγχοι, και είχαν δίκιο και οι τρεις. Ο ένας απαγορεύει το toFixed μέσα στα άρθρα, γιατί τυπώνει «0.381» με τελεία μέσα σε ελληνικό κείμενο. Οι άλλοι δύο έβλεπαν τις τιμές της μερίδας, από εφτά πενήντα πέντε ως δεκατέσσερα πενήντα, ως επινοημένα ποσά τιμής πιτόγυρου. Δεν έβγαλα το άρθρο από τον έλεγχο: του έμαθα ότι η μερίδα είναι άλλο προϊόν, με δικό του πίνακα. Ό,τι δεν υπάρχει σε κανέναν από τους πίνακες εξακολουθεί να χτυπάει. Τελευταίο, πήγα να κλείσω μια μικρή αναντιστοιχία και βρήκα κάτι μεγαλύτερο. Το README της συγκομιδής έλεγε ότι το έξι τοις εκατό των ειδών έτρεχε προσφορά. Εγώ μετρούσα τρία κόμμα πέντε στο στιγμιότυπο, οπότε πήγα να δω ποιο ισχύει. Κανένα, και μάλιστα το έξι τοις εκατό δεν αναπαραγόταν από πουθενά: είχε βγει κάποτε από τα ωμά αρχεία των πλατφορμών, που δεν κρατιούνται στο repo. Το στιγμιότυπο έχει μία γραμμή ανά μαγαζί, όχι ανά είδος. Σε ένα README που επιμένει στην αναπαραγωγιμότητα, υπήρχε νούμερο που δεν είχε από πού να βγει. Το ξαναμέτρησα σε εβδομήντα μαγαζιά ανά πλατφόρμα, και βγήκε κάτι χειρότερο από λάθος ποσοστό. Η μία πλατφόρμα δίνει τέσσερα κόμμα τρία τοις εκατό σε δέκα χιλιάδες εφτακόσια είδη, με διάμεσο έκπτωση είκοσι τέσσερα τοις εκατό. Η άλλη δίνει μηδέν σε εννιά χιλιάδες εφτακόσια. Και δεν είναι ότι δεν κάνει προσφορές: το πεδίο της αρχικής τιμής υπάρχει, το διαβάζουμε σε κάθε είδος, και δεν διαφέρει ποτέ από την τρέχουσα. Είναι αντίγραφο. Το κρατούσαμε νομίζοντας ότι μας προστατεύει από προσφορές, και το κείμενο το έλεγε και στον αναγνώστη. Πρακτικά σημαίνει ότι η προστασία υπάρχει σε μία μόνο από τις τρεις πλατφόρμες. Αν μαγαζί των άλλων δύο τρέξει προσφορά, θα καταγράψουμε την εκπτωτική τιμή σαν κανονική, και ο μηνιαίος ρυθμός θα δει ψεύτικη πτώση και μετά ψεύτικη άνοδο. Το έγραψα στο README, μέσα στη μηχανή του ρυθμού όπου θα δαγκώσει, και σε τέσσερις ελέγχους. Ο πρώτος έλεγχος που έγραψα ήταν λάθος, και το έδειξε μόνος του: απαιτούσε να μην υπάρχει πουθενά η παλιά φράση, και χτύπησε αμέσως, γιατί το README την παραθέτει για να εξηγήσει τι έλεγε και γιατί έπεσε έξω. Η παράθεση είναι ακριβώς το ζητούμενο. Ο έλεγχος κοιτάζει πλέον το συμπέρασμα και όχι τη συμβολοσειρά. Τίποτε από όλα αυτά δεν άλλαξε δημοσιευμένο νούμερο: η τιμή μένει τέσσερα είκοσι πέντε και ο δείκτης διακόσια δεκαοκτώ. Τέταρτος μάρτυρας εκτός πλατφορμών: φθηνότερος κατά 5%, και όμως συμφωνεί Οι τρεις πλατφόρμες που διαβάζω συμφωνούν μεταξύ τους, και αυτό μέχρι τώρα το θεωρούσα ισχυρή ένδειξη. Υπάρχει όμως μια τρύπα στο επιχείρημα: μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Ίδιο μοντέλο, ίδιες προμήθειες, σε μεγάλο βαθμό τα ίδια μαγαζιά. Αν το επίπεδο τιμής ήταν κατασκεύασμα αυτού του τρόπου πώλησης, η συμφωνία των τριών δεν θα το έδειχνε ποτέ. Χρειαζόμουν μάρτυρα άλλου είδους, και τον βρήκα σε έναν μικρό ανεξάρτητο οδηγό ψητοπωλείων που έχει δικό του σύστημα παραγγελίας. Έβαλα έναν κανόνα πριν κοιτάξω τα νούμερα: κρατάω μόνο τα μαγαζιά που δέχονται ζωντανή παραγγελία, όχι όσα έχουν απλή καταχώρηση. Ο λόγος είναι ο ίδιος που είχε απορρίψει παλιότερα ένα αρχειοθετημένο πάνελ Αττικής. Μια σελίδα που παίρνει παραγγελίες με λάθος τιμή κοστίζει στον καταστηματάρχη, οπότε ενημερώνεται. Μια απλή καταχώρηση μπορεί να κάθεται εκεί χρόνια. Και οι απλές καταχωρήσεις είναι η συντριπτική πλειοψηφία: στα δύο χιλιάδες εκατόν πενήντα τρία μαγαζιά του οδηγού, μόνο τα εκατόν σαράντα δύο έχουν κατάλογο. Από αυτά, εκατόν δεκαοκτώ δίνουν τιμή για πίτα γύρο χοιρινό, και τα εκατόν δεκαπέντε είναι στην Αττική. Η διάμεσός τους βγαίνει τέσσερα ευρώ, δηλαδή πέντε τοις εκατό κάτω από τη διάμεσο των πλατφορμών για την Αθήνα. Το εύκολο συμπέρασμα εδώ θα ήταν «να το, οι πλατφόρμες ακριβαίνουν το πιτόγυρο». Δεν ισχύει, και το έλεγξα με δύο τρόπους πριν το γράψω. Πρώτον ανά περιοχή: σε έντεκα περιοχές της Αττικής όπου υπάρχουν και τα δύο, η διάμεσος του λόγου είναι μηδέν κόμμα εννιακόσια ογδόντα οκτώ, δηλαδή διαφορά ενάμιση τοις εκατό αντί για πέντε. Δεύτερον ανά μαγαζί, που είναι και το καθαρότερο: σε έξι καταστήματα που υπάρχουν και στα δύο κανάλια, ο λόγος είναι ακριβώς ένα, με τα μισά να δίνουν την ίδια τιμή μέχρι το λεπτό. Η εξήγηση φάνηκε μόλις κοίταξα ποιες περιοχές είναι: Πέραμα, Δραπετσώνα, Καμίνια, Πόρτο Ράφτη. Ο οδηγός έχει βαρύ δείγμα στην περιφέρεια της Αττικής, όχι στο κέντρο. Η διαφορά ήταν γεωγραφία, όχι κανάλι. Στη διαδρομή χρειάστηκε να διορθώσω και τον ίδιο μου τον τρόπο ταιριάσματος. Η πρώτη εκδοχή έβγαζε δεκατέσσερα ζευγάρια ίδιου μαγαζιού, που ακούγεται καλύτερο, αλλά οι «ΓΥΡΟΒΟΛΙΕΣ» είναι αλυσίδα με τέσσερα υποκαταστήματα και τιμές από τρία πενήντα ως πέντε ευρώ. Δηλαδή σύγκρινα άλλη γειτονιά με άλλη γειτονιά και το έλεγα ίδιο μαγαζί. Με απαίτηση να συμφωνεί και η περιοχή, μένουν έξι πραγματικά ζευγάρια. Λιγότερα και σωστά. Αυτά τα εκατόν δεκαπέντε μαγαζιά δεν μπαίνουν στον δείκτη, και θέλω να είναι ξεκάθαρο ότι αυτό είναι απόφαση και όχι παράλειψη. Αν τα πρόσθετα στην Αθήνα, θα κατέβαζαν τη διάμεσο της πόλης που είναι η βάση κάθε συντελεστή περιοχής, και θα μετακινούσαν κάθε άλλη πόλη της χώρας για λόγο που δεν είναι τιμή αλλά σύνθεση δείγματος. Ο πειρασμός να ενωθούν όλα τα δεδομένα επειδή υπάρχουν είναι ακριβώς αυτό που δεν πρέπει να γίνει χωρίς στάθμιση, οπότε το έγραψα και σε έλεγχο για να μη γίνει κάποια στιγμή στο μέλλον. Ο οδηγός επιβεβαίωσε πάντως και κάτι άλλο, που είχε βρεθεί λίγο νωρίτερα: ότι η λέξη «σάντουιτς» σημαίνει άλλο πράγμα ανά πόλη. Επειδή είναι σχεδόν όλος Αττική, μόνο τρία από τα εκατόν δεκαοκτώ μαγαζιά του δίνουν τιμή από είδος «σάντουιτς», και είναι στα έξι εβδομήντα με έξι ογδόντα, δηλαδή γύρος σε ψωμί. Στη Θεσσαλονίκη το ίδιο ακριβώς όνομα δίνει πέντε ευρώ και είναι το κανονικό τυλιχτό. Τα δημοσιευμένα νούμερα δεν άλλαξαν από τίποτε από αυτά. Πίτα ή ψωμί: το «σάντουιτς» έμοιαζε με σφάλμα και ήταν η Θεσσαλονίκη Έψαξα πρώτα αν το φίλτρο με το οποίο διαλέγω μαγαζιά στραβώνει την τιμή, γιατί είναι το είδος της παραδοχής που δεν φαίνεται μέχρι να μετρηθεί. Η μία πλατφόρμα έχει δεκαέξι χιλιάδες τετρακόσια δεκαοκτώ καταστήματα και ο συλλέκτης κρατάει τα εξακόσια είκοσι που το γράφουν στο όνομά τους, δηλαδή που λέγονται γυράδικο ή σουβλατζίδικο. Διάβασα δύο χιλιάδες εφτακόσια τριάντα δύο τυχαία από όσα μένουν έξω. Το τέσσερα τοις εκατό τους πουλάει ρητή πίτα γύρο χοιρινό, δηλαδή το φίλτρο δεν πετάει γυράδικα, πετάει πιτσαρίες και καφετέριες. Και η διάμεσός τους βγαίνει τέσσερα είκοσι, ακριβώς η ίδια με του δείγματος που χρησιμοποιώ. Σε δώδεκα πόλεις με αρκετά μαγαζιά και στις δύο ομάδες, η διάμεσος της διαφοράς είναι μηδέν. Στην Αθήνα τέσσερα είκοσι έναντι τέσσερα είκοσι, σε τριάντα έξι μαγαζιά. Δύο πράγματα χρειάστηκε να βγουν από το δείγμα: τα σουπερμάρκετ, που έχουν κι αυτά πίτα γύρο στον κατάλογο στα τέσσερα ενενήντα, και ένα δοκιμαστικό κατάστημα. Ξεχωρίζουν καθαρά, γιατί το γυράδικο έχει εξήντα με τριακόσια είδη και το σουπερμάρκετ πάνω από δέκα χιλιάδες. Μέσα σε αυτή τη δουλειά έπεσα πάνω σε κάτι που έμοιαζε ξεκάθαρο σφάλμα και ήταν το πιο ενδιαφέρον εύρημα της ημέρας. Στη λίστα με τις λέξεις που σημαίνουν «τυλιχτό» υπάρχει και το «σάντουιτς», δίπλα στο «πίτα». Ο γύρος σε ψωμί είναι άλλο και ακριβότερο προϊόν, οπότε το πρώτο μου ένστικτο ήταν να το βγάλω. Πριν το βγάλω το μέτρησα, και καλά έκανα. Στη Θεσσαλονίκη ενενήντα ένα από τα ενενήντα οκτώ μαγαζιά με ονομασμένο είδος δίνουν την τιμή από «σάντουιτς», γιατί εκεί το τυλιχτό το λένε έτσι. Αν είχα βγάλει τη λέξη, η Θεσσαλονίκη θα έπεφτε από ενενήντα οκτώ μαγαζιά σε επτά, ο συντελεστής της θα πήγαινε από ένα κόμμα δεκαεννιά σε ένα κόμμα εικοσιτέσσερα, και πανελλαδικά θα έχαναν τιμή διακόσια εννιά από τα χίλια εκατόν δεκατρία μαγαζιά, δηλαδή το δεκαεννιά τοις εκατό του δείγματος. Θα είχα δηλαδή γεννήσει ολόκληρο εύρημα από ένα τοπικό όνομα. Η λέξη έμεινε, με τον λόγο γραμμένο μέσα στον κώδικα και σε έλεγχο, ώστε να μην το «καθαρίσει» κανείς αργότερα. Παγίδα πάντως υπήρχε, απλώς ήταν αλλού: το «πίτα» πιάνει και το «σπιτάκι». Ένα «ΦΩΛΙΑ ΣΠΙΤΑΚΙ ΓΥΡΟΣ ΧΟΙΡΙΝΟ» των οκτώ ενενήντα περνούσε για πιτόγυρο, ίδια οικογένεια με το γυρομπριζολάκι που είχε πιαστεί παλιότερα. Μετρημένη επίπτωση: ένα μαγαζί στα χίλια διακόσια πενήντα, καμία διάμεσος πόλης δεν άλλαξε. Η γραμμή βγήκε και η μέτρηση πάει από χίλια διακόσια ογδόντα οκτώ σε χίλια διακόσια ογδόντα εφτά καταστήματα. Για να βρω ότι εκείνα τα οκτώ ενενήντα ήταν σπιτάκι χρειάστηκε να ξαναδιαβάσω τετρακόσιους έξι καταλόγους, επειδή κρατούσα την τιμή αλλά όχι το όνομα του είδους. Πλέον κρατιέται και το όνομα. Στην ίδια δουλειά βρήκα και τρία λάθη στα δικά μας κείμενα. Το πρώτο είναι το χειρότερο: η πηγή της δικής μας μέτρησης έλεγε «813 καταστήματα, 59 πόλεις» επί τρεις αναθεωρήσεις, ενώ η μέτρηση είχε πάει σε εννιακόσια τριάντα τρία και μετά σε χίλια διακόσια. Ο σαρωτής που πιάνει μπαγιάτικα νούμερα εξαιρεί επίτηδες τα αρχεία των πηγών, και σωστά: το δημοσίευμα του Αυγούστου λέει ό,τι έλεγε τον Αύγουστο. Για τη δική μας μέτρηση όμως, που ξαναμετριέται κάθε μήνα, η εξαίρεση δούλεψε ανάποδα και κράτησε το παλιό νούμερο ζωντανό. Μπήκε στοχευμένος έλεγχος, στις δύο γλώσσες, δεμένος στο αρχείο των μετρήσεων. Το δεύτερο είναι στο whitepaper. Έλεγε ότι κάθε χρονιά παίρνει βαθμό αξιοπιστίας A, B ή C. Οι βαθμοί όμως είναι τέσσερις: επτά χρονιές της δεκαετίας του ογδόντα φέρουν D, και το σήμα τους φαίνεται κανονικά στον πίνακα ετών. Δηλαδή η πιο μεθοδολογική σελίδα δεν όριζε ένα σήμα που ο αναγνώστης έβλεπε δύο κλικ παραπέρα. Η απογραφή πλέον υπολογίζεται από τη σειρά και γράφει πόσες χρονιές έχει κάθε βαθμός. Το τρίτο βγήκε από το δεύτερο: η ετικέτα του D έλεγε «προβολή εκτός τεκμηριωμένου εύρους». Ο βαθμός D σκεπάζει δύο διαφορετικά πράγματα, τις παρεμβολές μέσα στην περίοδο διατίμησης και τις προβολές έξω από τα τεκμηριωμένα άκρα. Και οι επτά χρονιές που το φέρουν είναι το πρώτο, όχι το δεύτερο. Δηλαδή ο αναγνώστης διάβαζε «προβολή» για χρονιές που δεν είναι προβολή κανενός πράγματος. Η ετικέτα λέει τώρα και τις δύο περιπτώσεις. Τα δημοσιευμένα νούμερα δεν κουνήθηκαν από τίποτε από αυτά: Αθήνα ένα, Θεσσαλονίκη ένα κόμμα δεκαεννιά, Πάτρα μηδέν κόμμα ενενήντα πέντε, Χανιά ένα κόμμα δεκατρία, μεσαία πόλη τέσσερα είκοσι, τιμή τέσσερα είκοσι πέντε και δείκτης διακόσια δεκαοκτώ. Τρίτη πλατφόρμα, 1.288 καταστήματα, και η συμφωνία κράτησε Μπήκε τρίτη πλατφόρμα στη μέτρηση, και η λογική είναι απλή: δύο κανάλια που συμφωνούν είναι καλή ένδειξη, τρία κλείνουν το ερώτημα αν φταίει η πλατφόρμα. Το τρίτο βρέθηκε με τον ίδιο τρόπο που βρέθηκε το δεύτερο, κοιτώντας τι καλεί η ίδια η σελίδα του καταστήματος όταν φορτώνει το μενού της. Έχει και διαφορετική γεωγραφία από τα άλλα δύο, με πολύ βαρύτερη παρουσία σε Πάτρα και Ηράκλειο, οπότε δεν προσθέτει απλώς όγκο. Η μέτρηση του Σεπτεμβρίου πάει από εννιακόσια τριάντα τρία σε χίλια διακόσια ογδόντα οκτώ καταστήματα, και ο πίνακας των πόλεων σε πενήντα δύο πόλεις με χίλια διακόσια είκοσι εννιά καταστήματα. Οι περισσότερες πόλεις μετριούνται πλέον σε τρία ανεξάρτητα κανάλια. Η συμφωνία κράτησε. Σε τριάντα τέσσερις πόλεις υπάρχουν τρία τουλάχιστον μαγαζιά σε δύο τουλάχιστον πλατφόρμες, οι δεκατέσσερις βγαίνουν ίδιες μέχρι το λεπτό, και η διάμεσος του εύρους ανάμεσά τους είναι δέκα λεπτά. Τα Ιωάννινα δίνουν τέσσερα είκοσι και στα τρία κανάλια, η Κατερίνη τέσσερα και στα τρία. Τα μεγάλα νούμερα δεν κουνήθηκαν καθόλου, που είναι και το ζητούμενο: Αθήνα ένα, με τετρακόσια ενενήντα έξι καταστήματα πλέον, Θεσσαλονίκη ένα κόμμα δεκαεννιά με εκατόν δεκαεννιά, Πάτρα μηδέν κόμμα ενενήντα πέντε με τριάντα, μεσαία πόλη τέσσερα είκοσι, τιμή του 2026 τέσσερα είκοσι πέντε και δείκτης διακόσια δεκαοκτώ. Δύο πράγματα μετακινήθηκαν, και τα δύο προς τη σωστή κατεύθυνση. Τα Χανιά πάνε από ένα κόμμα δεκατέσσερα σε ένα κόμμα δεκατρία, με το δείγμα να ανεβαίνει από δεκαεπτά σε είκοσι καταστήματα. Και το Ηράκλειο, που τα δύο πρώτα κανάλια το έδιναν τέσσερα εξήντα πέντε και πέντε πενήντα, σταθεροποιείται στα πέντε με δεκαεπτά καταστήματα. Δηλαδή εκείνη η διαφωνία ήταν μικρό δείγμα και όχι πραγματική διαφορά, όπως υποψιαζόμουν αλλά δεν μπορούσα να δείξω. Ο χάρτης περιοχών μεγάλωσε με εξήντα μία νέες ονομασίες, κυρίως προάστια Θεσσαλονίκης όπως Καλαμαριά, Εύοσμος, Πυλαία και Σταυρούπολη, και γειτονιές Αττικής σε τρίτη μεταγραφή. Δύο μένουν επίτηδες έξω: το «rest-of-greece», που είναι κατηγορία-σκουπιδοτενεκές και δεν αντιστοιχεί σε πόλη, και η «Ανάληψη», που υπάρχει και στο Ηράκλειο και στον Βόλο. Προτίμησα να χαθούν εννιά μετρήσεις παρά να μπουν σε λάθος πόλη. Στην ίδια δουλειά διορθώθηκε και μια αντίφαση στο whitepaper, που είναι η πιο μεθοδολογική σελίδα και άρα η πιο ενοχλητική για να λέει κάτι τέτοιο. Έγραφε ότι η κορύφωση είναι πεντακόσια έντεκα το 1983 και σε παρένθεση ότι η υψηλότερη τεκμηριωμένη είναι πεντακόσια έντεκα το 1983, δηλαδή το ίδιο νούμερο δύο φορές. Και παρακάτω ότι το 1983 είναι παρεμβολή, οπότε πάνω σε τεκμηριωμένα έτη η πτώση μετριέται από το 1983. Το κείμενο ήταν γραμμένο για την εποχή που οι δύο χρονιές διέφεραν. Τώρα, όταν συμπίπτουν, το λέει μία φορά και καθαρά: το 1983 δεν έχει δική του τιμή, προκύπτει με παρεμβολή, και δεν υπάρχει υψηλότερο έτος με άμεση τιμή για να μπει στη θέση του. Από τον Σεπτέμβριο η τιμή μετριέται κάθε μήνα, και ο χάρτης περιοχών είχε αφήσει 92 μετρήσεις εκτός Από σήμερα η τιμή του πιτόγυρου θα μετριέται κάθε μήνα, όχι μία φορά τον χρόνο. Η δυνατότητα υπάρχει μόλις από χθες: η συγκομιδή από τους δημόσιους καταλόγους δύο πλατφορμών δίνει εκατοντάδες καταστήματα σε μία μέρα, αυτόματα. Πριν από αυτό δεν υπήρχε τρόπος να γίνει κάτι τέτοιο χωρίς να περπατήσει κανείς σε χίλια μαγαζιά. Πιο νωρίς δεν γίνεται, και το έψαξα πριν το πω. Δεν υπάρχει καμία αρχειοθετημένη σελίδα μενού των πλατφορμών στο Wayback, ούτε μία. Ο μόνος αρχειοθετημένος οδηγός που είχε μενού σε κείμενο έδωσε πάνελ Αττικής από το 2011 ως σήμερα, και τον απέρριψα: το σαράντα τοις εκατό των διαδοχικών ζευγαριών έδειχνε ακριβώς την ίδια τιμή, με χρονιές που έφταναν το ενενήντα δύο. Δεν ξεχωρίζεις το «δεν άλλαξε η τιμή» από το «δεν ενημερώθηκε η σελίδα», οπότε η αλυσίδα υποτιμά. Η μηνιαία μέτρηση δεν έχει αυτό το πρόβλημα, και αυτός είναι ο βασικός λόγος που αξίζει: όταν διαβάζουμε τη σελίδα σήμερα, ξέρουμε ότι η τιμή ισχύει σήμερα. Άρα ένα «δεν άλλαξε» είναι πραγματικό δεδομένο. Μάλιστα γίνεται από μόνο του χρήσιμο νούμερο: πόσα μαγαζιά αλλάζουν τιμή κάθε μήνα. Δύο αποφάσεις γράφτηκαν καθαρά, γιατί είναι αυτές που ξεχνιούνται πρώτες. Ο μηνιαίος ρυθμός θα βγαίνει αλυσιδωτά μέσα στο ίδιο μαγαζί, κρατώντας όσα υπάρχουν και τους δύο μήνες, και όχι από τη διάμεσο όσων τύχει να πιαστούν. Τα μαγαζιά μπαίνουν και βγαίνουν από τις πλατφόρμες, και μια αλλαγή σύνθεσης θα έμοιαζε με αλλαγή τιμής ενώ δεν θα ήταν. Και το ετήσιο θα κλείνει ως μέσος όρος των δώδεκα μηνών, με προσωρινή τιμή μέσα στη χρονιά και οριστικοποίηση τον Ιανουάριο, γιατί ένας μόνο μήνας, ακόμα και ο Δεκέμβριος, θα έκρινε ολόκληρη τη χρονιά. Το 2026 δεν αλλάζει: έχει μόνο Σεπτέμβριο και μετά. Τα εργαλεία και τα ωμά δεδομένα μπήκαν στο repo, δίπλα δίπλα. Ένα νούμερο σε παρατήρηση χωρίς τα δεδομένα από πίσω δεν ελέγχεται από κανέναν, ούτε από εμάς σε έξι μήνες. Υπάρχει και έλεγχος που δένει τα δύο: το πλήθος της παρατήρησης πρέπει να είναι το πλήθος των γραμμών του αρχείου. Στην πορεία βρέθηκε σοβαρό λάθος, δικό μου. Ο χάρτης που αντιστοιχίζει περιοχές των πλατφορμών σε πόλεις άφηνε ενενήντα δύο μετρήσεις εκτός, σιωπηλά. Σχεδόν όλες ήταν Αττική γραμμένη με άλλη μεταγραφή, Αχαρνές, Παγκράτι, Βύρωνας, Γλυφάδα, Παλαιό Φάληρο, μαζί με δεκατρείς πόλεις που έλειπαν εντελώς. Διορθώθηκε, και η μέτρηση πάει από οκτακόσια δεκατρία σε εννιακόσια τριάντα τρία καταστήματα και από εβδομήντα δύο σε εβδομήντα εννιά πόλεις, με μηδέν πλέον εκτός. Το καλύτερο είναι ότι δεν άλλαξε κανένας συντελεστής: Αθήνα ένα, Θεσσαλονίκη ένα κόμμα δεκαεννιά, Χανιά ένα κόμμα δεκατέσσερα, Πάτρα μηδέν κόμμα ενενήντα πέντε, μεσαία πόλη τέσσερα είκοσι, τιμή του 2026 τέσσερα είκοσι πέντε και δείκτης διακόσια δεκαοκτώ. Περισσότερα δεδομένα, ίδια συμπεράσματα. Κάτι χειροτέρεψε όμως και γράφεται κι αυτό: η διάμεσος διαφοράς ανάμεσα στις δύο πλατφόρμες πήγε από μηδέν σε εφτά λεπτά. Ο λόγος είναι ότι μπήκαν τρεις πόλεις παραπάνω στη σύγκριση, ανάμεσά τους τουριστικές, όπου τα δύο κανάλια όντως διαφωνούν. Οι πόλεις που βγαίνουν ίδιες μέχρι το λεπτό παραμένουν δεκατρείς. Το 2026 πάει από 3 καταστήματα σε 816, και η τιμή του δεν κουνήθηκε Χθες γράφτηκε εδώ ότι το 2026 στηρίζεται σε τρία καταστήματα, ενώ έχουμε οκτακόσιες δεκατρείς δικές μας μετρήσεις που δεν χρησιμοποιούνταν. Ο λόγος ήταν συγκεκριμένος: οι μετρήσεις είναι από πλατφόρμες παραγγελιών, και δεν ξέραμε αν μια τιμή πλατφόρμας είναι τιμή πάγκου ή κάτι ακριβότερο. Τώρα μετρήθηκε, με δύο ανεξάρτητους τρόπους, και το νούμερο είναι ένα κόμμα μηδέν δύο. Ο πρώτος τρόπος είναι ζεύγη του ίδιου καταστήματος. Το θεσσαλονικιώτικο ψητοπωλείο «Ο Γιάννης» έχει τυπωμένο κατάλογο Αυγούστου 2026 που γράφει «όλα τα σάντουιτς με ή χωρίς αλοιφή μόνο τέσσερα ενενήντα», και το ίδιο μαγαζί εμφανίζεται στις δύο πλατφόρμες στα πέντε ευρώ και στα πέντε δέκα. Άλλα δύο μαγαζιά με δικό τους σάιτ στα τέσσερα ενενήντα δίνουν επίσης πέντε και πέντε δέκα. Ο δεύτερος τρόπος είναι οι διάμεσοι της ίδιας πόλης. Διαβάστηκαν τέσσερις τυπωμένοι τιμοκατάλογοι Θεσσαλονίκης του 2026 και δίνουν διάμεσο τέσσερα ενενήντα πέντε, ενώ οι δύο πλατφόρμες με ογδόντα εννιά καταστήματα δίνουν πέντε ευρώ. Οι δύο τρόποι δίνουν ένα κόμμα τρία τοις εκατό και ένα τοις εκατό αντίστοιχα. Παίρνεται το δύο τοις εκατό, ανάμεσά τους, και το εύρος περνάει μέσα στην αβεβαιότητα της παρατήρησης αντί να κρυφτεί. Οι τιμοκατάλογοι που διαβάστηκαν είναι φωτογραφίες πραγματικών καταλόγων: ο Γιάννης στα τέσσερα ενενήντα, ο Στέλιος στα πέντε, το Γυράδικο στα πέντε, το Express στα τέσσερα είκοσι, όλα Θεσσαλονίκη, και ο Ντόκος στην Εύβοια στα τρία ευρώ από τιμοκατάλογο τοίχου. Ένας έκτος απορρίφθηκε γιατί δεν ήταν τιμή πάγκου: το φυλλάδιο του Prassas είναι κατάλογος delivery με ελάχιστη κατανάλωση έξι ευρώ. Έτσι η μέτρησή μας μπήκε στο 2026 και η χρονιά πάει από τρία καταστήματα σε οκτακόσια δεκαέξι. Το πιο σημαντικό όμως είναι τι ΔΕΝ άλλαξε: η τιμή της χρονιάς μένει τέσσερα είκοσι πέντε και ο δείκτης διακόσια δεκαοκτώ. Δεν είναι σύμπτωση που το γράφω με έμφαση. Όταν προσθέτεις οκτακόσιες μετρήσεις σε μια χρονιά που είχε τρεις, το φυσιολογικό θα ήταν να κουνηθεί το νούμερο. Δεν κουνήθηκε, γιατί η μέτρησή μας συμφωνεί με τις δύο δημοσιογραφικές πηγές: τέσσερα είκοσι διάμεσος ανά κατάστημα, τέσσερα δώδεκα μετά την αναγωγή καναλιού, τέσσερα είκοσι οκτώ αν σταθμιστεί με πληθυσμό. Η χρονιά απέκτησε τεκμηρίωση και όχι νέο νούμερο, που είναι το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Δύο πράγματα δηλώνονται ρητά, γιατί το «οκτακόσια δεκαέξι» διαβάζεται εύκολα λάθος. Πρώτο, η μέτρηση μπαίνει ως ΜΙΑ παρατήρηση με δικό της βάρος, όχι ως οκτακόσιες δεκατρείς ανεξάρτητες πηγές. Δεύτερο, το βάρος της δεν είναι ανάλογο του πλήθους: είναι δείγμα ευκολίας, καταστήματα που τυχαίνει να είναι γραμμένα σε πλατφόρμα, και αυτά γέρνουν προς το αστικό και το νεότερο. Παίρνει βάρος λίγο πάνω από τις δύο άλλες πηγές, όχι δεκαπλάσιο, και υπάρχει έλεγχος που το κρατάει εκεί. Τέλος, ένας έλεγχος αντιστράφηκε επίτηδες. Μέχρι χθες φύλαγε ότι οι μετρήσεις πλατφορμών δεν είναι εθνική τεκμηρίωση, και ήταν σωστός όσο δεν ξέραμε τον συντελεστή. Τώρα φυλάει το επόμενο πράγμα που μπορεί να πάει στραβά, δηλαδή να μετρηθούν ως οκτακόσιες πηγές. Η αντιστροφή είναι γραμμένη μέσα στον έλεγχο ώστε να μη μοιάζει σιωπηλή. Δεύτερη πλατφόρμα, 755 μαγαζιά, και οι δύο μετρήσεις βγήκαν ίδιες Χθες μπήκε στη σελίδα των περιοχών ένας πίνακας με τριάντα μία πόλεις, μετρημένες από τους καταλόγους μιας πλατφόρμας παραγγελιών. Το προφανές ερώτημα ήταν αν η πλατφόρμα φτιάχνει μόνη της τη γεωγραφία: κάθε πλατφόρμα έχει δικό της μείγμα μαγαζιών σε κάθε πόλη, και αν σε μία πόλη τυχαίνει να έχει τα ακριβά και σε άλλη τα φθηνά, βγαίνει διαφορά που δεν υπάρχει στον δρόμο. Ο μόνος τρόπος να απαντηθεί αυτό είναι δεύτερη, ανεξάρτητη μέτρηση. Η δεύτερη πλατφόρμα δεν έχει το μενού μέσα στη σελίδα, το φορτώνει χωριστά, οπότε χρειάστηκε να βρω από πού. Μαζί με τη διόρθωση ενός σφάλματος στην επιλογή δείγματος, ο πίνακας πάει από τριάντα μία πόλεις και εκατόν ενενήντα ένα μαγαζιά σε σαράντα πέντε πόλεις και εφτακόσια πενήντα πέντε μαγαζιά, με την Αθήνα να στηρίζεται πλέον σε διακόσια τριάντα εφτά και τη Θεσσαλονίκη σε ογδόντα εννιά. Το αποτέλεσμα της διασταύρωσης είναι το κυρίως εύρημα, και είναι καλύτερο απ' ό,τι περίμενα. Σε είκοσι πέντε πόλεις υπήρχαν τρία τουλάχιστον μαγαζιά και στις δύο πλατφόρμες. Η διάμεσος της απόλυτης διαφοράς ανάμεσα στις δύο μετρήσεις είναι μηδέν, και οι δεκατρείς από τις είκοσι πέντε βγαίνουν ίδιες μέχρι το λεπτό. Η Θεσσαλονίκη δίνει πέντε ευρώ και στις δύο, τα Χανιά τέσσερα ογδόντα και στις δύο, τα Ιωάννινα τέσσερα είκοσι, η Πάτρα τέσσερα, η Κέρκυρα τέσσερα πενήντα, η Καλαμάτα τρία πενήντα. Δύο ανεξάρτητοι κατάλογοι δεν πέφτουν σε αυτά τα νούμερα κατά τύχη, οπότε η γεωγραφία που δείχνει η σελίδα είναι υπαρκτή και όχι κατασκευή της μεθόδου. Το πιο χρήσιμο κομμάτι για μένα ήταν ότι τα Χανιά επιβεβαιώθηκαν αντί να αλλάξουν. Ο συντελεστής που άλλαξα νωρίτερα, από ένα κόμμα μηδέν δύο σε ένα κόμμα δεκατέσσερα, στηριζόταν σε πέντε μαγαζιά και με ενοχλούσε. Τώρα στηρίζεται σε δεκαέξι, από δύο κανάλια, και βγάζει ακριβώς το ίδιο νούμερο. Η μεσαία πόλη της χώρας μένει κι αυτή στα τέσσερα είκοσι, οπότε ο δείκτης δεν κουνήθηκε καθόλου: τέσσερα είκοσι πέντε η τιμή και διακόσια δεκαοκτώ πιτόγυρα. Υπάρχει και μια περιοχή όπου τα δύο κανάλια διαφωνούν, και το γράφω δίπλα στον πίνακα αντί να το κρύψω: τα τουριστικά. Η Μύκονος βγαίνει έξι πενήντα στη μία και πέντε είκοσι πέντε στην άλλη, η Ρόδος τέσσερα ογδόντα και τέσσερα σαράντα πέντε, το Ηράκλειο τέσσερα εξήντα πέντε και πέντε πενήντα. Η εξήγηση είναι απλή: σε τουριστικό προορισμό συνυπάρχουν το μαγαζί της πλατείας και το μαγαζί της γειτονιάς με τεράστια διαφορά, οπότε λίγα δείγματα δίνουν άλλη απάντηση κάθε φορά. Στις κανονικές πόλεις αυτό δεν συμβαίνει. Με τα διπλάσια δεδομένα, το εύρος της χώρας μεγάλωσε προς τα πάνω. Η Μύκονος μπαίνει στα έξι ευρώ με εννιά μαγαζιά, δηλαδή σχεδόν μιάμιση φορά τη μεσαία πόλη, και στον πάτο κάθονται η Καλαμάτα και η Πτολεμαΐδα στα τρία πενήντα. Το ίδιο ακριβώς πράγμα κοστίζει σχεδόν διπλάσιο ανάμεσα στα δύο άκρα. Διορθώθηκε επίσης κάτι που δεν είχα προσέξει στην πρώτη συγκομιδή. Διάλεγα μαγαζιά από λέξεις-κλειδιά στο όνομά τους, δηλαδή έπιανα όσα ονομάζονται γυράδικα και έχανα όσα λέγονται «Ο Παύλος». Τώρα η λίστα βγαίνει από τις σελίδες κατηγορίας σουβλάκια κάθε πόλης, δηλαδή από την ίδια την ταξινόμηση της πλατφόρμας. Στην Κεφαλονιά, για παράδειγμα, το φίλτρο του ονόματος έδινε τέσσερα μαγαζιά και η κατηγορία δίνει εννιά. Τέλος, δύο μικρότερα. Μια τέταρτη παγίδα προστέθηκε στη λίστα των καταγραμμένων: το Νέο Ηράκλειο είναι Αττικής και όχι Κρήτης, και η πρώτη εκδοχή της ανάλυσης το μέτρησε στο νησί επειδή ταίριαζε η λέξη, κατεβάζοντας τη διάμεσο της Κρήτης. Και η δεύτερη πλατφόρμα δίνει και τρέχουσα και κανονική τιμή, γιατί το έξι τοις εκατό των ειδών έτρεχε προσφορά. Κρατάω την τιμή που πληρώνει ο πελάτης, και γράφω το ποσοστό ώστε να ξέρει κανείς πόσο μεγάλο είναι το θέμα. Το 2026 κρεμόταν από μία πηγή, και τα υπόλοιπα δημοσιεύματα ήταν το ίδιο δημοσίευμα Ο δείκτης του 2026 έλεγε 215 πιτόγυρα και από σήμερα λέει 218. Το ενδιαφέρον δεν είναι τα τρία πιτόγυρα, είναι το γιατί. Ολόκληρη η χρονιά στηριζόταν σε μία και μόνη καταγραφή, αυτή του ΑΝΤ1 τον Αύγουστο. Έψαξα αν υπάρχει δεύτερη και βρήκα πολλά δημοσιεύματα, τα οποία όμως, όταν τα διάβασα ένα ένα, αναπαράγουν όλα τα ίδια ακριβώς νούμερα της ίδιας καταγραφής. Δεν είναι δεύτερη γνώμη, είναι η ίδια γνώμη σε τέσσερις τίτλους. Μια χρονιά που κρέμεται από μία μέτρηση δηλώνει και μεγάλη αβεβαιότητα, και το 2026 κουβαλούσε ζώνη συν πλην δεκαπέντε τοις εκατό, τη φαρδύτερη της δεκαετίας. Η δεύτερη πηγή τελικά υπήρχε, απλώς δεν ήταν έρευνα. Είναι ο πρόεδρος των Ψητοπωλών Αττικής, ο οποίος στις δύο Μαΐου του 2026 δίνει τιμές με ημερομηνία: η πίτα με χοιρινό ή κοτόπουλο πωλείται take away από τρία εβδομήντα ως τέσσερα είκοσι, ενώ πριν τις είκοσι οκτώ Φεβρουαρίου ήταν τρία πενήντα. Το σκέτο καλαμάκι πήγε από δύο τριάντα σε δύο πενήντα. Μπαίνει η τιμή του πάγκου, με κέντρο τρία ενενήντα πέντε, και με βάρος μικρότερο από του ΑΝΤ1, γιατί αφορά μόνο την Αττική και γιατί είναι μέσοι όροι που δηλώνει ένας άνθρωπος, όχι καταγεγραμμένοι τιμοκατάλογοι. Έτσι η τιμή της χρονιάς πάει από τέσσερα τριάντα σε τέσσερα είκοσι πέντε και ο δείκτης από διακόσια δεκαπέντε σε διακόσια δεκαοκτώ. Το πιο χρήσιμο όμως είναι ότι η ζώνη στενεύει σε συν πλην δέκα τοις εκατό, δηλαδή ο δείκτης του 2026 δεν κυμαίνεται πια από εκατόν ογδόντα επτά ως διακόσια πενήντα τρία αλλά από εκατόν ενενήντα οκτώ ως διακόσια σαράντα δύο. Η ίδια πηγή έλυσε και κάτι που κρεμόταν καιρό. Στο μοντέλο υπάρχει ένας συντελεστής που λέει πόσο ακριβότερο είναι το ίδιο πιτόγυρο όταν δεν το παίρνεις από τον πάγκο. Ήταν οκτώ τοις εκατό και ήταν δικό μας νούμερο, με αιτιολογία «τυπική διαφορά». Ο ίδιος άνθρωπος, την ίδια μέρα, για το ίδιο προϊόν, δίνει και τη δεύτερη τιμή: με delivery από τέσσερα ως τέσσερα πενήντα. Ο λόγος των δύο κέντρων βγάζει επτά κόμμα έξι τοις εκατό. Δηλαδή η παραδοχή ήταν σχεδόν σωστή, αλλά τώρα έπαψε να είναι παραδοχή. Και προσοχή σε μια λεπτομέρεια που αλλάζει το νόημα: η πηγή λέει ρητά ότι το ίδιο κοστίζει και αν κάτσεις να φας μέσα στο μαγαζί. Άρα ο συντελεστής δεν είναι προμήθεια πλατφόρμας, είναι η διαφορά ανάμεσα στο να το πάρεις στο χέρι και σε οτιδήποτε άλλο, μαζί με το τραπέζι. Στην πορεία βρέθηκαν και δύο σημεία που είχαν ξεμείνει. Το κουτί που εξηγεί την τελευταία αναθεώρηση είχε τίτλο για μια αλλαγή και νούμερα από άλλη, δηλαδή έλεγε ότι ο δείκτης πήγε από διακόσια είκοσι πέντε σε διακόσια δεκαπέντε ενώ από κάτω έδειχνε τέσσερα ογδόντα ένα και εκατόν ενενήντα δύο. Και το παράδειγμα στη σελίδα των περιορισμών είχε γραμμένη στο χέρι την τιμή τέσσερα τριάντα. Και τα δύο διορθώθηκαν, και το δεύτερο υπολογίζεται πλέον από τη σειρά ώστε να μην ξαναγεράσει. Τέλος, το ίδιο άρθρο προαναγγέλλει αύξηση πέντε με έξι τοις εκατό μέσα στον Μάιο ή τον Ιούνιο. Δεν χρησιμοποιείται πουθενά, γιατί είναι πρόβλεψη και όχι μέτρηση.
- Δεδομέναv2026.09-odigoi
Δεδομένα της ημέρας
- Το 1984 βρέθηκε σε κατάστιχο εξόδων, και το 1979 αποδείχτηκε ότι δεν ανέβηκε καθόλου
- Βρέθηκε τιμή του 1983, και το 2002 αποδείχτηκε ότι δεν ήταν μέτρηση
Διάβασε όλη την εγγραφή
Το 1984 βρέθηκε σε κατάστιχο εξόδων, και το 1979 αποδείχτηκε ότι δεν ανέβηκε καθόλου Το καλύτερο εύρημα αυτή τη φορά δεν ήταν εφημερίδα ούτε διάταξη, ήταν ημερολόγιο. Κάποιος Louis Grivetti διέσχισε την Ελλάδα με ποδήλατο το καλοκαίρι του 1984 και κρατούσε κάθε μέρα τι ξόδεψε, σε δραχμές και σε δολάρια. Μέσα στη λίστα, ανάμεσα στην εφημερίδα και στο μεσημεριανό, υπάρχει η γραμμή: σουβλάκι σάντουιτς, τριάντα πέντε δραχμές, τριάντα δύο σεντς. Δεν είναι εκτίμηση, δεν είναι ανώτατο όριο, είναι τιμή που πληρώθηκε. Και το ωραίο είναι ότι η ίδια η γραμμή φέρει τον έλεγχό της. Τριάντα πέντε δραχμές προς τριάντα δύο σεντς σημαίνει εκατόν εννιά δραχμές το δολάριο, που είναι ακριβώς η ισοτιμία του 1984. Το χρειαστήκαμε αυτό: η ίδια γραμμή εμφανίστηκε στο ευρετήριο αποδοσμένη και σε ταξιδιωτικό οδηγό του 1979, όπου η ισοτιμία ήταν τριάντα εφτά και το νούμερο απλώς αδύνατο. Η αριθμητική έδειξε ποια απόδοση ήταν η σωστή, χωρίς να χρειαστεί να εμπιστευτούμε τον κατάλογο. Δεύτερη πηγή λέει το ίδιο: ο ταξιδιωτικός οδηγός Let's Go της έκδοσης 1985 γράφει ότι το σουβλάκι, σε καλαμάκι ή σε πίτα, είναι ευκαιρία στις τριάντα με τριάντα πέντε δραχμές. Το 1985 όμως δεν το κάναμε άγκυρα, και αξίζει να πούμε γιατί: οι οδηγοί αποτυπώνουν έρευνα του προηγούμενου χρόνου, οπότε η έκδοση του 1985 μιλάει για τιμές του 1984. Αν την περνούσαμε ως τιμή του 1985 θα φτιάχναμε πτώση που δεν συνέβη ποτέ. Με το 1984 τεκμηριωμένο, το μεγάλο κενό κόπηκε τρίτη φορά. Απομένουν δύο τετραετίες, 1979 ως 1982 και 1985 ως 1988. Πριν από δύο εκδόσεις ήταν έντεκα συνεχόμενα χρόνια χωρίς καμία πηγή. Το δεύτερο εύρημα είναι διαφορετικού είδους και ίσως πιο σημαντικό. Ψάχνοντας όχι τη λέξη σουβλάκι αλλά τις ίδιες τις διατιμήσεις, βρέθηκε το πρωτοσέλιδο της Μακεδονίας της τριακοστής Δεκεμβρίου 1979. Γράφει ότι θα αυξηθεί κατά δεκατρία τοις εκατό η τιμή πωλήσεως για το σουβλάκι από χοιρινό κρέας, και ότι αναμένεται η σχετική αγορανομική διάταξη. Βάλτε το δίπλα στη διάταξη του Μαΐου της ίδιας χρονιάς, που ανέβαζε σούπες και ζυμαρικά σαράντα τοις εκατό και για τα σουβλάκια έλεγε ρητά ότι οι τιμές παραμένουν αμετάβλητες, και η χρονιά κλείνει ολόκληρη. Μέσα στο 1979 η τιμή του σουβλακιού δεν κουνήθηκε, και η πρώτη αύξηση πέφτει στο γύρισμα προς το 1980. Εμείς ως τώρα δίναμε στο 1979 τον γενικό πληθωρισμό, δεκαεννιά τοις εκατό. Δεν ήταν κακή υπόθεση, ήταν όμως υπόθεση, και δύο χαρτιά την αναιρούν. Το βάρος της χρονιάς μηδενίστηκε. Ο δείκτης του 1979 ανεβαίνει από εξακόσια ένα σε εξακόσια ενενήντα τέσσερα πιτόγυρα, που είναι το μεγαλύτερο νούμερο που κούνησε αυτή η ενημέρωση. Το τρίτο κομμάτι αφορά το 2000. Τέσσερις ταξιδιωτικοί οδηγοί, με ονόματα καταστημάτων και διευθύνσεις, δίνουν τυλιχτό από τριακόσιες πενήντα ως τετρακόσιες πενήντα δραχμές στο κέντρο της Αθήνας. Ο Θανάσης στο Μοναστηράκι τριακόσιες πενήντα, το Πίτα Παν τετρακόσιες είκοσι πέντε. Είναι τιμές κέντρου, οπότε ανάγονται σε εθνική διάμεσο όπως κάνουμε και για τις αθηναϊκές πηγές των τελευταίων ετών. Το 2000 έπαψε να είναι παρεμβολή. Οι ίδιοι οδηγοί έδωσαν και κάτι που έλειπε χρόνια: τρίτο τεκμηριωμένο σημείο για τον λόγο του καλαμακιού προς το τυλιχτό. Είχαμε δύο, του 1976 και του 1978, και μετά ένα καρφωμένο νούμερο για το 1998 που ήταν καθαρή παραδοχή. Η μέτρηση του 2000 το διέψευδε, οπότε η παραδοχή έφυγε. Και μαζί λύθηκε μια διαφωνία που κρατούσε: το αχρονολόγητο απόκομμα του 1988 έδινε λόγο εβδομήντα οχτώ τοις εκατό ενώ το μοντέλο μας έδινε πενήντα οχτώ. Τώρα το μοντέλο δίνει εβδομήντα τέσσερα, και το απόκομμα δεν χρησιμοποιήθηκε καθόλου για να βγει αυτό. Ψάξαμε και δύο επίσημους δρόμους που δεν έδωσαν τίποτα, και το γράφουμε για να μην τους ξαναψάξει κανείς. Το Ψηφιακό Αποθετήριο της Βουλής έχει αναγνώριση χαρακτήρων και είκοσι δύο τεκμήρια με τη λέξη σουβλάκι, σε συνεδριάσεις από το 1975 ως το 1995. Κατεβάσαμε το κείμενο έντεκα συνεδριάσεων. Καμία τιμή, όλα ρητορικά. Και στα ΦΕΚ η αναζήτηση κειμένου δεν φτάνει πριν το 1992, οπότε οι αγορανομικές διατάξεις του 1984 ως 1988 δεν βρίσκονται με λέξη. Τέλος, κάτι για τους ελέγχους. Γράφτηκαν δεκαεπτά καινούργιοι, και τρεις από αυτούς δεν δάγκωναν. Το ανακαλύψαμε σπάζοντας επίτηδες τον κώδικα για να δούμε αν χτυπάνε. Το κοινό τους λάθος ήταν ότι κοίταζαν το αποτέλεσμα αντί για την πηγή: αν κάποιος έγραφε το τριανταπεντάρι στο χέρι αντί να το διαβάζει από τη σταθερά, το αποτέλεσμα έβγαινε ίδιο και ο έλεγχος περνούσε. Διορθώθηκαν, και πλέον δέκα στις δέκα σκόπιμες βλάβες χτυπάνε. Βρέθηκε τιμή του 1983, και το 2002 αποδείχτηκε ότι δεν ήταν μέτρηση Τρία έγγραφα, και τα τρία από εφημερίδες της εποχής. Το πρώτο είναι ο Ριζοσπάστης της Κυριακής 14 Αυγούστου 1983. Σε μια μικρή στήλη για τα τσιγάρα που ακρίβυναν ξαφνικά, γράφει και τούτο: το σουβλάκι τύπου κεμπάπ πουλιέται κατά δύο δραχμές ακριβότερα, δηλαδή τριάντα δραχμές. Το ρήμα είναι πουλιέται, άρα είναι τιμή αγοράς και όχι ανώτατο όριο, και είναι η πρώτη ελεύθερη τιμή που βρίσκουμε μέσα στο μεγάλο κενό. Η ίδια πρόταση δίνει και το προηγούμενο επίπεδο, είκοσι οχτώ δραχμές, οπότε ξέρουμε και τα δύο νούμερα της χρονιάς. Η ετήσια τιμή είναι ο σταθμισμένος μέσος τους, γιατί η αύξηση ήρθε στα μέσα Αυγούστου και πιάνει τεσσερισήμισι από τους δώδεκα μήνες. Το μεγαλύτερο κενό του project κόπηκε στα δύο και έπεσε από δέκα χρόνια σε πέντε. Και έγινε και κάτι που δεν ήταν υποχρεωμένο να γίνει. Η παρεμβολή ανάμεσα στο 1977 και στο 1989 έδινε ήδη τιμή για το 1983, χωρίς να έχει δει ποτέ το δημοσίευμα: είκοσι οχτώ και έξι. Το έγγραφο λέει είκοσι οχτώ και εβδομήντα πέντε. Δηλαδή η τεκμηρίωση δεν διόρθωσε τη σειρά, την επιβεβαίωσε. Η κορυφή ολόκληρης της κλασικής σειράς, που είναι το 1983, έπαψε να στηρίζεται σε υπολογισμό και στηρίζεται πλέον σε χαρτί. Το δεύτερο έγγραφο είναι η Μακεδονία της 18ης Μαΐου 1979, πρώτη σελίδα. Δύο αγορανομικές διατάξεις ανεβάζουν τις σούπες και τα ζυμαρικά σαράντα τοις εκατό, τα όσπρια ως πενήντα, τα είδη καφενείου ως είκοσι πέντε. Και για το δικό μας είδος λένε το αντίθετο: οι τιμές παραμένουν αμετάβλητες. Δεν το κάναμε άγκυρα, γιατί δεν δίνει επίπεδο τιμής, μόνο μεταβολή. Μπήκε όμως στους περιορισμούς, γιατί λέει κάτι που έπρεπε να λέγεται: ο επίσημος δείκτης της εστίασης μετράει ένα ολόκληρο καλάθι, και το καλάθι με το είδος μπορεί να πάνε αλλού. Το τρίτο είναι ο Ριζοσπάστης της 8ης Ιανουαρίου 2002, με δική του έρευνα αγοράς. Στο σουβλάκι, γράφει, παρατηρήθηκαν ανατιμήσεις μέχρι και σαράντα έξι τοις εκατό, από τριακόσιες πενήντα δραχμές στο ενάμισι ευρώ. Η αριθμητική της πηγής κλείνει μόνη της. Αυτό μας ανάγκασε να κοιτάξουμε τι λέγαμε ως τώρα για το 2002, και δεν ήταν σωστό. Το 2002 έπαιρνε την ίδια ακριβώς τιμή με το 2001 και δηλωνόταν τεκμηριωμένο, δηλαδή η σειρά έλεγε ότι η μετάβαση στο ευρώ δεν άλλαξε τίποτα. Μόνο που το ένα ευρώ και δεκαεφτά δεν ήταν μέτρηση του 2002: ήταν η μετατροπή των τριακοσίων ενενήντα εννιά δραχμών της καμπάνιας διπλής αναγραφής, δηλαδή τιμή του 2001 γραμμένη σε ευρώ. Τώρα το 2002 είναι εκτίμηση με εύρος, από ένα ευρώ και δεκαεφτά ως ενάμισι. Το κάτω άκρο σημαίνει καμία αλλαγή, το πάνω είναι η μέγιστη ανατίμηση που κατέγραψε η εφημερίδα. Το μέχρι και απαγορεύει να πάρουμε το πάνω άκρο ως κεντρική τιμή, οπότε η κεντρική βγαίνει από το 2001 με τον επίσημο κλαδικό δείκτη του 2002 και τίποτε άλλο. Ο δείκτης του 2002 πέφτει από τετρακόσια δέκα σε τριακόσια ογδόντα εφτά πιτόγυρα, και τα χρόνια ως το 2010 ακολουθούν με μικρότερο βήμα. Το 2026 δεν κουνήθηκε. Στην πορεία βρέθηκε και μια παραπομπή που έδειχνε σε άρθρο που δεν υπάρχει: το αναγνωριστικό ήταν 1234567, δηλαδή δείγμα και όχι πραγματικό. Βρέθηκε το κανονικό δημοσίευμα και μπήκε έλεγχος που σαρώνει όλες τις πηγές για τέτοια μοτίβα. Ένα ψεύτικο αναγνωριστικό σε παραπομπή είναι χειρότερο από καθόλου παραπομπή, γιατί μοιάζει με τεκμηρίωση. Τέλος, για το πώς βρέθηκαν. Η προηγούμενη φορά διάβαζε σαρώσεις με το μάτι και σταμάτησε στα εύκολα. Αυτή τη φορά μαζεύτηκαν εξακόσια ογδόντα εννιά άρθρα και βαθμολογήθηκαν από την αναγνώριση χαρακτήρων, χωρίς να ανοιχτεί καμία σάρωση. Το κλειδί ήταν τα αρνητικά βάρη: το πωλείται δίπλα στο ψητοπωλείο είναι μικρή αγγελία για πούλημα μαγαζιού, και το κατασχέθηκαν είναι έφοδος της αγορανομίας, που δεν γράφει ποτέ τιμή. Η βαθμολογία δοκιμάστηκε πρώτα σε γνωστές απαντήσεις: τα δύο ευρήματα που είχαμε ήδη επιβεβαιώσει βγήκαν πρώτο και τρίτο στα εξακόσια ογδόντα εννιά. Χωρίς τα αρνητικά βάρη, το ένα από τα δύο έπεφτε στο πενήντα όγδοο.
- Δεδομέναv2026.09-arxeio
Βρέθηκαν τιμές του 1976 και του 1978, σε εφημερίδες της εποχής
Διάβασε όλη την εγγραφή
Ψάχναμε καιρό τιμές για τα χρόνια που δεν έχουμε καμία πηγή. Ο δρόμος που δούλεψε ήταν η Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Εφημερίδων της Εθνικής Βιβλιοθήκης: ελεύθερη, χωρίς λογαριασμό, με αναζήτηση σε πλήρες κείμενο, και έχει Μακεδονία, Ριζοσπάστη, Ελευθερία, Εμπρός και Ταχυδρόμο. Η λέξη «σουβλάκι» δίνει διακόσια δεκαέξι άρθρα μέσα στα κενά μας. Τα δύο πρώτα που ανοίξαμε είχαν τιμή. Στη Μακεδονία της 24ης Οκτωβρίου 1976, απόφαση του υπουργείου εμπορίου διατιμά τον γύρο στις εφτάμισι δραχμές με πίττα, και το ίδιο κείμενο γράφει ότι η τιμή που είχε ήδη διαμορφωθεί στα καταστήματα ήταν οκτώ δραχμές. Στον Ριζοσπάστη της 17ης Ιούνη 1978, αγορανομική διάταξη ορίζει το σουβλάκι ντονέρ με πίττα στις δέκα δραχμές. Το δεύτερο είναι το σημαντικό: είναι η πρώτη τεκμηριωμένη τιμή τυλιχτού μέσα στα έντεκα συνεχόμενα χρόνια που δεν είχαν καμία πηγή. Το μεγαλύτερο κενό του project πέφτει στα δέκα, και τα τεκμηριωμένα έτη από δεκαέξι σε δεκαοχτώ. Τα ίδια έγγραφα διόρθωσαν και δύο σταθερές που ήταν υποθέσεις. Η πρώτη είναι ο συντελεστής που ανάγει μια διατιμημένη τιμή σε τιμή αγοράς. Τον είχαμε μετρήσει μία φορά, από δημοσίευμα του 1989, τη στιγμή που έπεφτε η διατίμηση και οι τιμές τυπικά υπερβάλλουν. Το κείμενο του 1976 τον μετράει δεύτερη φορά, μέσα στην περίοδο διατίμησης και σε Αθήνα, και βγάζει μικρότερο. Παίρνουμε τον μέσο των δύο. Και εδώ έγινε κάτι που δεν το περιμέναμε: με τον νέο συντελεστή, η διατίμηση των Χανίων του 1977 ανηγμένη ως το 1989 με σκέτο τον πληθωρισμό πέφτει μισό τοις εκατό δίπλα στην τεκμηριωμένη τιμή, ενώ πριν έπεφτε έξω κατά τρεισήμισι. Δεν ρυθμίσαμε τίποτα, ήρθε από ανεξάρτητο έγγραφο. Η δεύτερη σταθερά είναι ο λόγος του καλαμακιού προς το τυλιχτό. Ήταν καρφωμένος στο εξήντα τοις εκατό χωρίς πηγή. Και τα δύο έγγραφα δίνουν τις δύο τιμές δίπλα δίπλα και λένε ενενήντα τρία και ογδόντα πέντε. Βγάζει νόημα: τότε το τυλιχτό ήταν σχεδόν το ίδιο πράγμα συν την πίτα, ενώ σήμερα έχει πατάτες, τζατζίκι και τριπλάσια μερίδα. Βρέθηκε και τρίτο έγγραφο, του 1983, που δεν δίνει τιμή αλλά δύο κανόνες: ότι η μερίδα των 37 ως 40 γραμμαρίων ίσχυε και στα μέσα της περιόδου, και ότι η τιμή του σουβλακιού δενόταν στο νωπό χοιρινό. Τα νούμερα: οι τιμές του 1976 ως το 1987 πέφτουν ένα με τέσσερα τοις εκατό, οπότε ο δείκτης εκείνων των ετών ανεβαίνει λίγο. Η κορύφωση μένει στο 1983 και πάει από 500 σε 511 κλασικά πιτόγυρα. Το 2026 μένει στα 215. Τα υπόλοιπα διακόσια δεκατρία άρθρα δεν αδειάστηκαν. Η ανάγνωση γίνεται σάρωση σάρωση, με το μάτι, και το 1977, το 1979, το 1980 και το 1981 έχουν δεκάδες ευρήματα το καθένα.
- Δεδομέναv2026.09-catering-class
Ο δείκτης που χρησιμοποιούσαμε μετρούσε και ξενοδοχεία
Διάβασε όλη την εγγραφή
Για να συμπληρωθούν οι χρονιές που δεν έχουν δική τους τεκμηριωμένη τιμή, το μοντέλο χρησιμοποιεί τον επίσημο δείκτη τιμών της εστίασης. Ο δείκτης όμως που χρησιμοποιούσαμε λέγεται «Ξενοδοχεία, καφέ, εστιατόρια», και το πρώτο κομμάτι του ονόματος είναι το πρόβλημα: μέσα του μετριούνται και τα δωμάτια ξενοδοχείων, που ανεβοκατεβαίνουν με τον τουρισμό και δεν έχουν καμία σχέση με σουβλατζίδικο. Το 2022 ο δείκτης αυτός έδειξε άνοδο 8,7%, αλλά ο υποδείκτης που αφορά μόνο εστιατόρια και καφενεία έδειξε 4,7%. Δηλαδή τα μισά από όσα μετρούσαμε ως ακρίβεια στο φαγητό ήταν διανυκτερεύσεις. Ο δείκτης άλλαξε στον στενότερο, αυτόν που αφορά κυριολεκτικά τα μαγαζιά όπου αγοράζεις πιτόγυρο. Η αλλαγή μετακινεί δέκα χρονιές, οι εφτά κατά ένα λεπτό ή λιγότερο. Οι τρεις ουσιαστικές είναι το 2018, το 2019 και το 2022, που γίνονται πέντε λεπτά φθηνότερες. Το 2026 δεν αλλάζει καθόλου: 4,30 ευρώ και 215 πιτόγυρα, όπως ήταν. Πρέπει να πούμε και κάτι ενοχλητικό: η διόρθωση βγάζει το site πιο δυνατό. Το υποθετικό σενάριο «αν το πιτόγυρο ακολουθούσε τον επίσημο πληθωρισμό της εστίασης» δίνει τώρα μεγαλύτερη διαφορά από πριν. Όταν μια αλλαγή σε βολεύει, οφείλεις να τη δείξεις: ο ζωντανός έλεγχος με τη Eurostat κατεβάζει πλέον και τον παλιό δείκτη και γράφει μόνιμα σε πόσες χρονιές διαφέρει και πόσο, ώστε να μπορεί ο καθένας να κρίνει μόνος του. Δεύτερη διόρθωση, σε κείμενο αυτή τη φορά. Η σελίδα της μεθοδολογίας έγραφε ότι ο καθαρός μισθός προκύπτει αφαιρώντας εισφορές και φόρο εισοδήματος. Ο φόρος δεν αφαιρείται, και αυτό είναι συνειδητή επιλογή που εξηγείται σε άλλα τέσσερα σημεία του site. Δηλαδή η σελίδα που υπάρχει για να εξηγεί τη μέθοδο, διέψευδε τη μέθοδο. Μαζί έπεσε και μια δικαιολογία που είχε παλιώσει. Το site έλεγε σε έξι σημεία ότι ο κατώτατος μισθός είναι κάτω από το αφορολόγητο, οπότε δεν έχει νόημα να αφαιρεθεί φόρος. Ίσχυε για 47 από τα 51 χρόνια. Από το 2023 δεν ισχύει: σήμερα ο κατώτατος πληρώνει περίπου 342 ευρώ φόρο τον χρόνο, και αν τον αφαιρέσεις ο δείκτης πέφτει από 215 σε 208. Το site το λέει πλέον με νούμερα αντί να το προσπερνά. Τέλος, ο πίνακας ευαισθησίας απέκτησε στήλη με τα γραμμάρια γύρου κάθε χρονιάς. Έδειχνε «ισοδυναμία 114%» χωρίς να λέει ότι αυτό σημαίνει 106 γραμμάρια έναντι 88, κάτι που έγινε αδιάβαστο από τη στιγμή που ο επισκέπτης μπορεί να αλλάζει τη χρονιά αναφοράς. Και οι τρεις παρατηρήσεις ήρθαν από σχόλιο τρίτου στο LinkedIn. Και οι τρεις ήταν σωστές.
- Δεδομέναv2026.09-sources
Μια τιμή του 2019 μετρούσε δύο φορές την ίδια αόριστη δήλωση
Διάβασε όλη την εγγραφή
Η σειρά είχε για το 2019 μια παρατήρηση «2,00 € σε ένα σουβλατζίδικο του Παγκρατίου», με πηγή ρεπορτάζ που παρακολουθεί τις τιμές του ίδιου μαγαζιού χρόνο με τον χρόνο. Πήγαμε στο άρθρο: δεν δίνει τιμή για το 2019. Η σειρά του ξεκινά τον Φεβρουάριο του 2020 στα 2,50 €, και το «δύο ευρώ» υπάρχει μόνο ως χαλαρή φράση, «κοντά στα 2 ευρώ», για το 2019-2020. Η ίδια αυτή χαλαρή φράση μετριόταν ήδη χωριστά, σωστά σημασμένη ως στρογγυλεμένη αναδρομική τιμή με εύρος. Δηλαδή η ίδια δήλωση έμπαινε δύο φορές, τη μία μεταμφιεσμένη σε μέτρηση συγκεκριμένου καταστήματος - και ερχόταν σε σύγκρουση με σύγχρονο ρεπορτάζ του Μαΐου 2019 που δίνει το ίδιο Παγκράτι στα 3,00 €. Η ψεύτικη μέτρηση αφαιρέθηκε. Η τιμή του 2019 πάει από 2,30 σε 2,35 € και ο δείκτης της χρονιάς από 308 σε 302 κλασικά πιτόγυρα. Καμία άλλη χρονιά δεν αλλάζει. Δεύτερο: η διατίμηση των Χανίων του 1977, πάνω στην οποία στηρίζεται όλη η πρώτη δεκαετία, ελέγχθηκε ξανά στο πρωτότυπο. Έχει τρεις γραμμές τιμών - μπιφτέκι, γύρο, χοιρινό καλαμάκι - και η τιμή που χρησιμοποιούμε είναι πράγματι η γραμμή του γύρου, όχι το φθηνότερο είδος του καταλόγου. Καταγράφονται πλέον και οι τρεις. Τρίτο: δύο ακόμη ιστότοποι που αναδημοσιεύουν τον δείκτη μας μπήκαν στη λίστα αποκλεισμού, γιατί μια αναζήτηση για ιστορικές τιμές επιστρέφει πλέον τα ίδια μας τα νούμερα - και μάλιστα παγωμένα σε παλιά έκδοση.
- Δεδομέναv2026.08-attica
Δεδομένα της ημέρας
- Τιμές πάγκου για το 2025 - η χρονιά με την καλύτερη τεκμηρίωση όλης της σειράς
- Το 2019 αποκτά πανελλαδική πηγή - και τι δεν βρήκαμε για το 2003-2010
- Βρέθηκε ο ίδιος ο νόμος του 1989 - και διορθώνει κάτι που είχαμε γράψει
- Μια έρευνα ήταν καταχωρημένη σε λάθος χρονιά - διορθώθηκε
Διάβασε όλη την εγγραφή
Τιμές πάγκου για το 2025 - η χρονιά με την καλύτερη τεκμηρίωση όλης της σειράς Ένα κενό που δεν είχαμε προσέξει: όλες οι πηγές μας για το 2025 ήταν είτε τιμές delivery είτε ένα μόνο κατάστημα. Καμία δεν ήταν τιμή πάγκου από πολλά σημεία - δηλαδή ακριβώς αυτό που μετράει ο δείκτης. Βρέθηκε ρεπορτάζ του Μαΐου 2025 με τιμές σε οκτώ περιοχές της Αττικής: Δάφνη 3,80, Νέος Κόσμος 3,90-4,00, Ηλιούπολη 4,20-4,40, Γκύζη 3,70-3,90, Κολωνάκι 3,90-4,40, Κηφισιά 4,10-4,30, Βουλιαγμένη 4,00-4,20, Πειραιάς 3,70-3,90 ευρώ. Η τιμή του 2025 πάει από 4,22 σε 4,16 ευρώ και το έτος στηρίζεται πλέον σε τέσσερις πηγές, με βαθμολογία εμπιστοσύνης 98 στα 100 - την υψηλότερη ολόκληρης της σειράς από το 1976 ως σήμερα. Ο δείκτης του 2026 δεν αλλάζει, μένει στα 215. Το ρεπορτάζ δεν δηλώνει μεθοδολογία ούτε πόσα μαγαζιά ανά περιοχή, οπότε μπήκε με μειωμένο βάρος - το σημειώνουμε γιατί μετράει. Το 2019 αποκτά πανελλαδική πηγή - και τι δεν βρήκαμε για το 2003-2010 Μέχρι τώρα όλες οι πηγές μας για το 2019 ήταν αθηναϊκές ή αναδρομικές. Βρέθηκε ρεπορτάζ του Απριλίου 2019 με δηλώσεις επαγγελματικών ενώσεων εστίασης σε έξι περιοχές εκτός Αθήνας: Θεσσαλονίκη 2,40-2,80, Πάτρα 2,30-2,50, Χανιά 2,30-2,50, Κοζάνη 2,70-2,80, Βόλος 2,80-3,00, Κέρκυρα 2,40-2,80 ευρώ. Η τιμή του 2019 δεν αλλάζει - μένει στα 2,30 - αλλά η χρονιά στηρίζεται πλέον σε τέσσερις πηγές και η βαθμολογία εμπιστοσύνης της φτάνει το 92 στα 100. Μία λεπτομέρεια αξίζει να ειπωθεί: η τιμή των 3 ευρώ που αναφερόταν για την Αθήνα ήταν ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ από τον σύλλογο, και γι' αυτό ακριβώς η Επιτροπή Ανταγωνισμού ξεκίνησε τότε έλεγχο για εναρμονισμένη πρακτική. Δεν είναι τιμή που παρατηρήθηκε στην αγορά, οπότε την αφήσαμε απ' έξω. Καταγράφουμε επίσης ένα αρνητικό εύρημα, γιατί κι αυτό είναι πληροφορία: για τα έτη 2003 έως 2010 ψάξαμε στον Τύπο των αυξήσεων ΦΠΑ, στις συγκρίσεις «δέκα χρόνια ευρώ», στα δελτία της ΕΣΥΕ και στους πίνακες του ΙΝΚΑ, και δεν βρήκαμε καμία αξιοποιήσιμη τιμή. Τα οκτώ αυτά έτη παραμένουν παρεμβολή ανάμεσα στις άγκυρες του 2002 και του 2011, και το λέμε ανοιχτά. Βρέθηκε ο ίδιος ο νόμος του 1989 - και διορθώνει κάτι που είχαμε γράψει Εντοπίστηκε το πρωτογενές κείμενο: Αγορανομική Διάταξη 14/1989, άρθρο 201 «Σουβλάκια» (ΦΕΚ Β΄ 343, ισχύς 11.5.1989). Μας υποχρεώνει να διορθώσουμε τη διατύπωσή μας. Είχαμε γράψει ότι το 1989 «άρθηκε η διατίμηση του σουβλακιού». Δεν ισχύει: το άρθρο 201 ΔΙΑΤΗΡΕΙ τη ρύθμιση, απλώς αντικαθιστά το σταθερό ανώτατο όριο με τύπο δεμένο στο κόστος - η τιμή προκύπτει από την τιμή του κρέατος διαιρεμένη με σταθερούς συντελεστές. Το δημοσίευμα του 1989 που είχαμε βρει αφορούσε αναψυκτικά, σουβλάκι με ΜΠΙΦΤΕΚΙ, πατσά και εντόσθια· ο γύρος αναφερόταν μόνο ως μέτρο σύγκρισης. Η ρύθμιση μάλιστα συνεχίστηκε και μετά, με τροποποίηση το 1992. Τα ίδια τα νούμερα της σειράς ΔΕΝ αλλάζουν - το επίπεδο των 70-80 δρχ για τυλιχτό του 1989 παραμένει έγκυρο. Αλλάζει η εξήγηση, και προς το ακριβέστερο. Ο νόμος προσφέρει επιπλέον τρία δώρα: επιβεβαιώνει το ελάχιστο βάρος των 37 γρ. σε εθνικό επίπεδο, ορίζει την πίτα σε τουλάχιστον 65 γρ., και - το σημαντικότερο - λέει ρητά ότι οι τιμές ισχύουν για Αττική και Θεσσαλονίκη και ότι οι υπόλοιπες περιφέρειες δεν επιτρέπεται να τις ξεπερνούν. Άρα η διατίμηση των Χανίων του 1977 ήταν εξ ορισμού κάτω από το επίπεδο Αθήνας, και η αναγωγή της προς τα πάνω δεν είναι δική μας υπόθεση: είναι η κατεύθυνση που επιβάλλει ο νόμος. Μια έρευνα ήταν καταχωρημένη σε λάθος χρονιά - διορθώθηκε Η ετήσια πανελλαδική έρευνα τιμών της Pricefox γίνεται κάθε χρόνο με την ίδια μέθοδο, σε έξι πόλεις. Η έκδοση της 25ης Οκτωβρίου 2024 ήταν όμως καταχωρημένη στη σειρά μας ως «Δεκέμβριος 2025», οπότε το 2025 στηριζόταν σε δεδομένα του 2024 και έβγαινε φθηνότερο απ' ό,τι πραγματικά ήταν. Οι δύο εκδόσεις είναι πλέον χωριστές, στα σωστά τους έτη, και προστέθηκε και η έκδοση της 4ης Δεκεμβρίου 2025. Το κέρδος δεν είναι μόνο η διόρθωση: το 2024 και το 2025 είχαν μέχρι τώρα ΜΙΑ πηγή το καθένα, ένα σουβλατζίδικο στο Παγκράτι, και τώρα έχουν δύο και τρεις αντίστοιχα - περνούν και τα δύο στην ανώτερη κατηγορία τεκμηρίωσης. Οι τιμές: 2024 3,70 -> 3,71 €, 2025 4,01 -> 4,22 €, 2026 4,20 -> 4,30 €. Ο δείκτης του 2026 πάει από 220 σε 215. Σημειώνεται ότι το 2023 παραμένει η μόνη πρόσφατη χρονιά με μία μόνο πηγή: η Pricefox δεν έτρεξε έρευνα εκείνη τη χρονιά.
- Δεδομένα
Δεδομένα της ημέρας
- Δύο αγορανομικές διατάξεις ξαναγράφουν όλη την περίοδο πριν το 2002
- Νέες σύγχρονες πηγές 2018-2026 και διόρθωση δύο μεροληψιών
Διάβασε όλη την εγγραφή
Δύο αγορανομικές διατάξεις ξαναγράφουν όλη την περίοδο πριν το 2002 Βρέθηκε δημοσίευμα εφημερίδας του 1989 για την άρση της διατίμησης του σουβλακιού με αγορανομική διάταξη του υπουργείου Εμπορίου. Δίνει ταυτόχρονα τη διατιμημένη τιμή (65 δρχ) και την πρώτη ελεύθερη (70-80 δρχ), και ρητά την επεκτείνει «στο σουβλάκι από καλαμάκι ή γύρο». Ο έλεγχος που προκύπτει είναι ο ισχυρότερος που είχαμε ποτέ για την περίοδο: η διατίμηση Χανίων του 1977 ανηγμένη με ΣΚΕΤΟ τον γενικό ΔΤΚ προβλέπει τη διατίμηση του 1989 με σφάλμα 3,4%, χωρίς καμία ελεύθερη παράμετρο. Συνέπειες: η περίοδος διατίμησης επεκτείνεται ως το 1989, ο συντελεστής διατίμησης γίνεται μετρημένος (1,154) αντί για υποτιθέμενος, και η παλιά άγκυρα του 1985 στα 60 δρχ αποσύρεται - στηριζόταν σε μαρτυρίες και θα σήμαινε άνοδο 8% σε τέσσερα χρόνια όσο ο πληθωρισμός έτρεχε 85%. Το 1998 πάει από 350 σε 280 δρχ με φαρδύ εύρος 200-360. ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ: η κορύφωση του δείκτη μετακινείται από το 2009 στο 1983 (439 σε 500 κλασικά πιτόγυρα) και ο δείκτης του 2026 πάει από 225 σε 220. Νέες σύγχρονες πηγές 2018-2026 και διόρθωση δύο μεροληψιών Προστέθηκε σύγχρονο ρεπορτάζ του Μαΐου 2019 σε τέσσερα σουβλατζίδικα της Αθήνας που καταγράφει και την παλιά και τη νέα τιμή, δίνοντας παρατηρήσεις για 2018 και 2019· μαρτυρία καταστηματάρχη του Μαρτίου 2022· και πανελλαδική καταγραφή του Αυγούστου 2026, χάρη στην οποία το 2026 παύει να είναι πρόβλεψη και γίνεται τεκμηριωμένο έτος. Διορθώθηκαν επίσης δύο μεροληψίες. Πρώτη: η «έρευνα ΣΚΑΪ 2022» ήταν στην πραγματικότητα έρευνα της Pricefox που αναδημοσιεύτηκε από πέντε μέσα - μία πηγή, όχι πέντε επιβεβαιώσεις. Δεύτερη: το προσαύξημα τιμών της Αθήνας δεν είναι σταθερό· οι πανελλαδικές έρευνες 2025-2026 δείχνουν την Αθήνα στη διάμεσο, με Θεσσαλονίκη και Ηράκλειο ακριβότερες, οπότε ο συντελεστής σβήνει σταδιακά από 1,08 σε 1,00. Τέλος, διορθώθηκε σφάλμα όπου η εξαγωγή PDF μπορούσε να δείξει δείκτη έως 2 μονάδες διαφορετικό από τη σελίδα.
- Δεδομένα
Δεδομένα της ημέρας
- Αναγωγή σε «κλασικό σημερινό πιτόγυρο»
- Περίοδος διατίμησης 1976-1985: ρητός συντελεστής και φαρδύ εύρος
- Καλάθι αναφοράς, δεύτερη πηγή Pricefox και τρία νέα στρώματα
- Διόρθωση μεροληψίας τιμών: από το Παγκράτι στην εθνική διάμεσο
- Η σειρά ξεκινά πλέον από το 1976
Διάβασε όλη την εγγραφή
Αναγωγή σε «κλασικό σημερινό πιτόγυρο» Ο στόχος του δείκτη δηλώνεται ρητά: πόσα κλασικά σημερινά πιτόγυρα (~88 γρ. γύρος, πατάτες μέσα, τζατζίκι, ντομάτα, κρεμμύδι) αγόραζε ο μισθός κάθε έτος. Επειδή το τυλιχτό του 1977 είχε 37-40 γρ. και καθόλου πατάτες, προστέθηκε συνεχής συντελεστής ισοδυναμίας: 0,70 × (γραμμάρια έτους / 88) + 0,30 × (0,65 + 0,35 × βαθμός καθιέρωσης πατάτας). Έτσι το 1976 ένα τυλιχτό μετράει ως ~0,50 κλασικού πιτόγυρου και ο δείκτης της εποχής πέφτει περίπου στο μισό. Νέα καρτέλα «Αναγωγή σε κλασικό», badge στον πίνακα και νέες στήλες στις εξαγωγές δεδομένων. Περίοδος διατίμησης 1976-1985: ρητός συντελεστής και φαρδύ εύρος Τα πρώτα έτη της σειράς δεν ήταν ελεύθερες τιμές αγοράς. Η διατίμηση 3/1977 (8,50 δρχ, Χανιά) ήταν ανώτατο όριο σε μερίδα 37-40 γρ., οπότε πλέον ανάγεται σε εκτιμώμενη τιμή αγοράς με ρητό συντελεστή διατίμησης 1,20 (10,20 δρχ, εύρος 8,50-11 δρχ). Για όλη την περίοδο 1976-1985 το εύρος αβεβαιότητας ανοίγει σε ±35%, η εμπιστοσύνη των παρεμβαλλόμενων ετών πέφτει σε «D» (πειραματικά) και τα έτη σημαίνονται με ετικέτα «διατίμηση» στον πίνακα και σκιασμένη ζώνη στο γράφημα. Ως κύρια σύγκριση σε βάθος χρόνου προτείνεται ο δείκτης ανά 100 γρ. γύρου, που εξουδετερώνει τη μικρότερη μερίδα της εποχής. Καλάθι αναφοράς, δεύτερη πηγή Pricefox και τρία νέα στρώματα Ορίστηκε ρητά το καλάθι αναφοράς: πιτόγυρο χοιρινό, τιμή πάγκου, εθνική διάμεσος. Κάθε παρατήρηση τιμής κανονικοποιείται σε αυτό το καλάθι με ρητούς συντελεστές (delivery 1,08, Αθήνα 1,08, μεικτό καλάθι τυλιχτών 1,10) και οι πηγές ενός έτους συνδυάζονται με σταθμισμένο γεωμετρικό μέσο. Μπήκε η πανελλαδική έρευνα Pricefox (6 πόλεις, 2022-2025) ως δεύτερη ανεξάρτητη πηγή, οπότε η τελευταία πενταετία δεν στηρίζεται πια σε ένα μαγαζί. Το 2025 διαμορφώνεται στα 3,92 €. Προστέθηκαν επίσης εύρος αβεβαιότητας πάνω στον ίδιο τον δείκτη, τιμή προ ΦΠΑ εστίασης, δείκτης ανά 100 γρ. γύρου (μέγεθος μερίδας) και σενάριο πραγματικά διαθέσιμου εισοδήματος μετά φόρο με 14 μισθούς. Διόρθωση μεροληψίας τιμών: από το Παγκράτι στην εθνική διάμεσο Οι τιμές 2019-2025 προέρχονταν από ένα σουβλατζίδικο του Παγκρατίου, δηλαδή από ακριβή περιοχή του κέντρου της Αθήνας. Πλέον κρατάμε από την πηγή τον ρυθμό μεταβολής, αλλά ανάγουμε το επίπεδο τιμής σε εθνική διάμεσο διαιρώντας με 1,08 (η διαφορά Αθήνας-υπόλοιπης Ελλάδας που δείχνουν οι αναφορές επισκεπτών και τα τοπικά ρεπορτάζ). Το 2025 πάει από 4,70 € σε 4,35 €. Παράλληλα τα έτη μονής πηγής υποβαθμίζονται σε εμπιστοσύνη «Β» και το εύρος αβεβαιότητάς τους διευρύνεται σε ±15%. Η σειρά ξεκινά πλέον από το 1976 Μεγάλη ανανέωση δεδομένων. Οι κατώτατοι μισθοί 1976-1985 προέρχονται πλέον από τα πρωτογενή κείμενα των ΕΓΣΣΕ και των Διαιτητικών Αποφάσεων της εποχής (6.121 δρχ το 1977, 10.240 δρχ το 1980, 31.932 δρχ το 1985 αντί της παλιάς εκτίμησης 34.390 δρχ). Προστέθηκε τεκμηριωμένη τιμή πιτόγυρου για το 1977 (8,50 δρχ, Αγορανομική Διάταξη 3/1977 Νομαρχίας Χανίων) και τα έτη 1978-1984 προκύπτουν με παρεμβολή ανάμεσα στις τεκμηριωμένες τιμές 1977 και 1985. Για τα έτη έως το 1992 οι εισφορές εργαζομένου υπολογίζονται με το μείγμα ΙΚΑ της εποχής (12,22%).
- Δεδομένα
Τρία σενάρια τιμών με πραγματικά δεδομένα Eurostat
Απλοποίηση σε τρία σενάρια (πραγματική τιμή, γενικός ΔΤΚ, ΔΤΚ εστίασης) με επίσημα δεδομένα HICP της Eurostat για την εστίαση από το 1999.
- Δεδομένα
Διόρθωση δεδομένων 1985 και έλεγχος συνέπειας
Νέα αγκύρωση για το 1985 (60 δρχ. ανά πιτόγυρο) και αυτόματος έλεγχος συνέπειας με 11 ελέγχους ακεραιότητας δεδομένων.
Κάλυψη τιμών και μισθών: συλλογή τιμών Σεπτεμβρίου 2026, ΔΤΚ εστίασης ως τον Αύγουστο 2026, κατώτατος μισθός σε ισχύ από 1.4.2026. Έκδοση δεδομένων 2026.10.10-monthly-bulletin, τελευταία ενημέρωση 2026-10-10.